Καλοκαιρινός οδηγός πρόληψης για μύκητες ποδιών και νυχιών
Κατά τους θερινούς μήνες, οι μύκητες στα πόδια και τα νύχια εμφανίζονται συχνότερα, αποτελώντας πρόκληση για τη διατήρηση της υγείας του δέρματος.
Η επιλογή ανοιχτών υποδημάτων, όπως πέδιλα και σαγιονάρες, ή η συνήθεια πολλών να περπατούν ξυπόλητοι, αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης, καθώς ευνοείται η επαφή με χώρους όπου αναπτύσσονται παθογόνοι μικροοργανισμοί.
Οι υψηλές θερμοκρασίες και η υγρασία εντείνουν την εξάπλωση υφιστάμενων λοιμώξεων, όπως το «πόδι του αθλητή». Άτομα με δερματοπάθειες, όπως η ψωρίαση, είναι ακόμη πιο εκτεθειμένα.

«Δεδομένα από επιστημονικές μελέτες έχουν αποκαλύψει ότι σχεδόν το 70% του πληθυσμού θα κολλήσει κάποια στιγμή στη ζωή του μύκητες στα δάχτυλα ή στα νύχια των ποδιών. Το καλοκαίρι είναι η εποχή που παρατηρείται αύξηση των περιστατικών, γιατί όλοι οι μύκητες πολλαπλασιάζονται σε ζεστά και υγρά περιβάλλοντα. Τις περισσότερες φορές οι μυκητιάσεις είναι επίμονες και υποτροπιάζουν. Για την αποφυγή της πολύμηνης ταλαιπωρίας που απαιτείται συνήθως για τη θεραπεία τους, ιδίως όταν δεν έχει γίνει αντιληπτή γρήγορα η παρουσία τους, η πρόληψη είναι η καλύτερη τακτική», αναφέρει ο δερματολόγος – αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου.
Η πιο συχνή μυκητιασική λοίμωξη είναι το «πόδι του αθλητή», που δεν αφορά μόνο αθλητές. Οφείλεται σε είδη Candida, Gram-αρνητικά βακτήρια ή δερματόφυτα, τα οποία μπορούν να επιβιώσουν για μήνες ή και χρόνια σε υγρές επιφάνειες.
Η μετάδοση γίνεται εύκολα: το περπάτημα ξυπόλητου σε παραλίες, γύρω από πισίνες, σε αποδυτήρια ή η χρήση μολυσμένων πετσετών αρκούν για μόλυνση. Συμπτώματα περιλαμβάνουν ερυθρότητα, απολέπιση, κνησμό ανάμεσα στα δάχτυλα, αίσθημα καψίματος και κακοσμία.
Μόλις το δέρμα μολυνθεί, η θερμοκρασία και η υγρασία από κλειστά υποδήματα ή πλαστικές σαγιονάρες δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για τους μικροοργανισμούς. Αν και προτιμούν τα πόδια, μπορούν να εξαπλωθούν και αλλού στο σώμα.
Οι μύκητες δεν περιορίζονται μόνο στο δέρμα· συχνά μολύνουν και τα νύχια. Στις ονυχομυκητιάσεις, τα δερματόφυτα προκαλούν αποχρωματισμό, πάχυνση και ευθραυστότητα. Η θεραπεία είναι πιο δύσκολη και χρονοβόρα, καθώς οι μύκητες «κρύβονται» κάτω από το νύχι.
Παράγοντες όπως η χρήση ιδρωμένων παπουτσιών, η κοινή χρήση υποδημάτων ή εργαλείων πεντικιούρ, ο διαβήτης, η κακή κυκλοφορία και το εξασθενημένο ανοσοποιητικό αυξάνουν τον κίνδυνο.
Για την πρόληψη, ο δρ Στάμου συστήνει:
-
Καθημερινό πλύσιμο ποδιών με σαπούνι και σχολαστικό στέγνωμα, ειδικά ανάμεσα στα δάχτυλα.
-
Εναλλαγή υποδημάτων ώστε να στεγνώνουν πλήρως.
-
Επιλογή παπουτσιών που επιτρέπουν αερισμό και αποφυγή στενών σχεδίων που παγιδεύουν υγρασία.
-
Προτίμηση σε δερμάτινα υποδήματα και σαγιονάρες που δεν αγκαλιάζουν σφιχτά το πέλμα.
-
Χρήση βαμβακερών καλτσών και συχνή αλλαγή τους.
-
Εφαρμογή αντιιδρωτικού αν υπάρχει υπερβολική εφίδρωση.
-
Αποφυγή κοινής χρήσης προσωπικών αντικειμένων και περπατήματος ξυπόλητου.
-
Προσοχή στο κόψιμο των νυχιών για αποφυγή τραυματισμών.
-
Καθημερινός έλεγχος ποδιών και ενίσχυση του ανοσοποιητικού.
«Η υποψία ύπαρξης μυκητιασικής λοίμωξης στο δέρμα ή στα νύχια των ποδιών θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από δερματολόγο το συντομότερο. Μόνο αυτοί μπορούν να αξιολογήσουν τη σοβαρότητα της λοίμωξης και να προτείνουν το πιο αποτελεσματικό θεραπευτικό σχέδιο. Υπάρχουν θεραπείες που είναι κατάλληλες για ήπιες περιπτώσεις, ενώ για σοβαρές ή επίμονες λοιμώξεις απαιτούνται ισχυρότερες ή συνδυασμός φαρμάκων για να υποχωρήσουν οριστικά. Η από του στόματος αγωγή επιτρέπει την εξάλειψη των μυκήτων από το δέρμα και την ανάπτυξη υγιών νυχιών. Η διάρκειά της είναι πολύμηνη, ξεπερνώντας μερικές φορές και το 12μηνο. Σε ήπια περιστατικά, συστήνονται τοπικές θεραπείες με αντιμυκητιασικές κρέμες και βερνίκια νυχιών, που για να εισχωρήσουν στο μολυσμένο νύχι χρειάζεται συνήθως η λέπτυνση της επιφάνειάς του με λίμα. Και τα δύο προστατεύουν από νέες λοιμώξεις, εξαλείφοντας αργά τη μυκητιασική λοίμωξη. Όσες είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν, επιλέγεται συνδυαστική θεραπεία που περιλαμβάνει τόσο από του στόματος όσο και τοπικά αντιμυκητιασικά φάρμακα. Η σύγχρονη θεραπεία των ονυχομυκητιάσεων, ωστόσο, γίνεται με εξελιγμένα λέιζερ που μπορούν να καταστρέφουν τους μύκητες ανώδυνα, σε μικρό χρονικό διάστημα, στοχεύοντας κάτω από την ονυχιαία πλάκα και χωρίς να επηρεάζονται οι γύρω ιστοί. Είναι απολύτως ασφαλής μέθοδος, ακόμα και για εγκύους, καθώς δεν απαιτείται συνδυασμός με φαρμακευτική αγωγή», καταλήγει ο δρ Στάμου.