Ψηφιακά παιχνίδια και συναισθηματική απομόνωση στους ηλικιωμένους
Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει μεταμορφώσει τον τρόπο αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, φέρνοντας τα ψηφιακά παιχνίδια στο επίκεντρο της καθημερινότητας, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Παρότι συχνά αντιμετωπίζονται ως μια αθώα μορφή ψυχαγωγίας, σε αρκετές περιπτώσεις η υπερβολική χρήση μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ψυχολογία και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, όπου η μοναξιά, η απώλεια και η συναισθηματική διαχείριση αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, το gaming ενδέχεται να λειτουργεί και ως μέσο αποφυγής.
Σύμφωνα με τη Δρ Annalisa Barbieri, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μητέρας της, η οποία, σε ηλικία 70 ετών, αφιερώνει μεγάλο μέρος της ημέρας της σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, όπως το Tetris και διάφορες εκδοχές πασιέντζας. Η ενασχόληση αυτή ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1990, με την απόκτηση του πρώτου οικογενειακού υπολογιστή, και εξελίχθηκε σταδιακά, ακολουθώντας τη μετάβαση από τον σταθερό υπολογιστή στο laptop και τελικά στο κινητό τηλέφωνο.
Αρχικά, η συγκεκριμένη συνήθεια αντιμετωπίστηκε με διάθεση χιούμορ από τα παιδιά της. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου έγινε αντιληπτό ότι η συνεχής ενασχόληση επηρέαζε τη μεταξύ τους σχέση. Η μητέρα εμφανιζόταν συναισθηματικά αποστασιοποιημένη, ενώ ακόμη και στις κοινές στιγμές παρέμενε προσηλωμένη στο κινητό της, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Σταδιακά, η στάση αυτή επεκτάθηκε και σε άλλα μέλη της οικογένειας, αποκτώντας σχεδόν χαρακτήρα «οικογενειακού αστείου».
Μετά την απώλεια του συζύγου της, πριν από τέσσερα χρόνια, η συμπεριφορά φαίνεται να εντάθηκε. Πλέον, περνά πολλές ώρες στο σπίτι παίζοντας, συχνά χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα περισσότερες από μία συσκευές. Παρά τις ανησυχίες των οικείων της, η ίδια υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται πρόβλημα, αν και εκτιμάται ότι τα παιχνίδια λειτουργούν ως μηχανισμός αποφυγής συναισθημάτων, όπως το πένθος.
Από την πλευρά της, η ψυχοθεραπεύτρια Rebecca Harris, διευθύντρια του National Centre for Gaming Disorders, σημειώνει ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι σπάνιες στις μεγαλύτερες ηλικίες. Όπως επισημαίνει, οι εθισμοί συχνά ξεκινούν ως τρόποι διαχείρισης δυσκολιών, οι οποίοι όμως ενδέχεται να ξεφύγουν από τον έλεγχο. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα κατά πόσο η συναισθηματική απόσταση προϋπήρχε της τεχνολογικής εξοικείωσης.
Καθοριστικό ζήτημα αποτελεί και η πρόθεση των παιδιών: εάν επιδιώκουν να βοηθήσουν τη μητέρα τους, να αποκαταστήσουν τη σχέση τους ή και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση, η προσέγγιση απαιτεί ενσυναίσθηση, καθώς το gaming καλύπτει μια υπαρκτή ανάγκη και ενδέχεται να προκαλέσει αμυντικές αντιδράσεις. Ενδεχομένως, μια πιο αποτελεσματική στρατηγική θα ήταν η εστίαση σε κοινές δραστηριότητες και ποιοτικό χρόνο.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν τρόπους διαφυγής από την καθημερινότητα, με διαφορετικό βαθμό αποδοχής. Εφόσον η συμπεριφορά δεν επιφέρει σοβαρές συνέπειες, μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμη. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου εμπλέκονται οικονομικοί παράγοντες, όπως ο τζόγος, η κατάσταση καθίσταται πιο σύνθετη.
Από την άλλη πλευρά, η πλήρης αποκοπή από τη συγκεκριμένη συνήθεια δεν αποτελεί απαραίτητα λύση, καθώς τα υποκείμενα συναισθήματα ενδέχεται να εκδηλωθούν με άλλους τρόπους. Παράλληλα, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία και επαφή παραμένει καθοριστική, ενώ ο φόβος μελλοντικής μεταμέλειας ενισχύει την επιθυμία για έγκαιρη αντιμετώπιση.
Συνολικά, η διαχείριση τέτοιων περιπτώσεων απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, κατανόηση και ουσιαστικό διάλογο, με στόχο όχι μόνο τον περιορισμό της συμπεριφοράς αλλά κυρίως την ενίσχυση των ανθρώπινων σχέσεων.