Πολύ μεγάλη κουβέντα γίνεται για το αν και πώς πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουν εμβόλια και τα παιδιά άνω των 12 ετών κατά της COVID-19.
Γράφει η Βίκυ Καρατζαφέρη
«Θα ζυγίσουμε πολύ το θέμα των εμβολιασμών στα παιδιά και θα αποφασίσουμε τον χρόνο, ενώ θα δοθεί προτεραιότητα στα παιδιά με υποκείμενα νοσήματα», δήλωσε η πρόεδρος της επιτροπής εμβολιασμών Μαρία Θεοδωρίδου, κατά την καθιερωμένη ενημέρωση του υπουργείου Υγείας.
«Η επιτροπή εμβολιασμών είναι η κατάλληλη για το θέμα και θα μελετήσει όλα τα ζητήματα. Θα συνεκτιμήσει τους παράγοντες και βάσει αυτών θα διαμορφώσει το σκεπτικό, που θα στηρίξει την απόφασή της», πρόσθεσε, τονίζοντας για μία ακόμα φορά, πως ο ενδεχόμενος μελλοντικός εμβολιασμός των παιδιών δεν θα έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεν θα γίνει παράγοντας διακρίσεων στην εκπαίδευση.
Τα παιδιά άνω των 12 ετών πρέπει να λάβουν 2 δόσεις του mRNA εμβολίου της εταιρείας Pfizer, ενώ είναι ασφαλές να λάβουν και τα υπόλοιπα προγραμματισμένα εμβόλιά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να υπάρχει κενό 14 μερών μεταξύ των διαφορετικών εμβολίων.
Οι γονείς οφείλουν να ενημερώσουν τον παιδίατρο για τυχόν αλλεργίες στο ιστορικό του παιδιού και το παιδί πρέπει να παραμείνει καθιστό για 15 λεπτά μετά τον εμβολιασμό και σε ιατρική παρακολούθηση για διάστημα 15 έως 30 λεπτών, για τη σπάνια πιθανότητα σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης.
Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες στο σημείο του εμβολιασμού τοπικά είναι πόνος, ερυθρότητα και οίδημα, ενώ συστηματικά πιθανά το παιδί μπορεί να εμφανίσει κόπωση, κεφαλαλγία, μυϊκούς πόνους, πυρετό ή ναυτία, συμπτώματα που σταματούν εντός λίγων ημερών.
Στις ΗΠΑ και στον Καναδά έχουν ξεκινήσει οι εμβολιασμοί των παιδιών κατά της COVID-19 και, μάλιστα, η αποτελεσματικότητα φθάνει το 100%, στη χώρα μας – να σημειωθεί ότι από τα 1.005 παιδιά, τα οποία έκαναν το εμβόλιο στο πλαίσιο επιστημονικής μελέτης σε αυτές τις χώρες, κανένα δεν νόσησε.
Μέσα στον Ιούνιο η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία αναμένεται να ξεκινήσουν τους εμβολιασμούς. Αλλες χώρες, όπως η Αυστρία και η Εσθονία, το προγραμματίζουν για το φθινόπωρο.
Ο εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, Κώστας Νταλούκας, μίλησε για το θέμα στο «Περί Υγείας».
– Γιατί επιλέχθηκε η ηλικία των 12-15 ετών;
Φαίνεται ότι η νόσος για διάφορους λόγους (μεταλλάξεις κτλ) προσβάλλει και απειλεί ολοένα και μικρότερες ηλικίες. Οι έφηβοι αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό προσβολής. Σε έρευνα, που στηρίχτηκε στην καταμέτρηση αντισωμάτων, στην Γενεύη της Ελβετίας φαίνεται ξεκάθαρα, πως είναι η μεγάλη διασπορά του ιού στην ηλικία 10-19 ετών (9,6%), επισημαίνει ο κ. Νταλούκας.
– Τι λέει ο ΠΟΥ για το ζήτημα;
Στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μάς δείχνουν ότι η νόσος προσβάλλει πολύ περισσότερα παιδιά ηλικίας 15-24 ετών, από ό,τι προσβάλλει μικρότερες ηλικίες.
– Είναι, επομένως, πραγματικά απαραίτητος ο εμβολιασμός των παιδιών; Και αφού τα παιδιά δεν νοσούν και τα περισσότερα από αυτά μπορεί να περάσουν την ίωση ασυμπτωματικά, ποιος είναι ο λόγος να τα εμβολιάσουμε;
Σε μελέτη, που αφορά σε 1.945.831 παιδιά μέχρι 18 ετών, που νόσησαν από COVID-19 στις ΗΠΑ, στην ηλικία των 12-18 ετών 52,6% από αυτά νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο, 50,3% νοσηλεύθηκε με σοβαρή νόσο, 49,9% μπήκε στην εντατική και 50,6% διασωληνώθηκε.
Εξάλλου σε ένα αρκετά υψηλό ποσοστό παιδιών (γύρω στο 40%), 4 εβδομάδες μετά από τη νόσο παρουσιάστηκε αυτό, που ονομάζεται μακροχρόνια COVID-19. Εμφάνιση, δηλαδή, σοβαρών συμπτωμάτων, όπως έντονη κεφαλαλγία, κόπωση, αϋπνίες, αδυναμία συγκέντρωσης, πυρετός, εξανθήματα, διάρροιες κ.τ.λ., που μπορεί να επιμένουν για 4-6 μήνες ή και περισσότερο.
Αν κάποιο παιδί κολλήσει τον ιό, ακόμα και αν είναι ασυμπτωματικό, υπάρχει πιθανότητα να βλαφτούν ζωτικά όργανα όπως η καρδιά, το πάγκρεας, οι νεφροί κ.τ.λ., με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία του, υπογραμμίζει ο κ. Νταλούκας.
Πηγή: Εφημερίδα “Περί Υγείας”