Ιωάννης Ιωαννίδης: Σκληρή κριτική για Δημογραφικό και Υγεία
Σφοδρή κριτική στην πολιτική ηγεσία άσκησε ο Ιωάννης Ιωαννίδης, εστιάζοντας στο δημογραφικό πρόβλημα, την επαγγελματική εξουθένωση των υγειονομικών και τα προβλήματα στην εκπαίδευση.
Μιλώντας στο OPEN, αναφέρθηκε στη σύνδεση της κοινωνικής ανασφάλειας με την κλονισμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς, υπογραμμίζοντας την ανάγκη επιστημονικής τεκμηρίωσης των μέτρων που επηρεάζουν τη δημόσια υγεία και τις ατομικές ελευθερίες.
Την εικόνα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και προοπτική για τις νεότερες γενιές περιέγραψε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Stanford, Ιωάννης Ιωαννίδης, μιλώντας στην εκπομπή «Καθαρές κουβέντες» του OPEN και στον Σπύρο Χαριτάτο.
Σε μια συνέντευξη με έντονο πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, ο καθηγητής συνέδεσε το δημογραφικό με τη λειτουργία της Υγείας, της Παιδείας και των θεσμών. Παράλληλα, αναφέρθηκε στα διδάγματα της πανδημίας, στην εμπιστοσύνη απέναντι στην Ιατρική και στους περιορισμούς πρόσβασης των ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα.
«Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μία βαθιά κρίση», υποστήριξε, περιγράφοντας ανασφάλεια τόσο για την καθημερινότητα όσο και για το μέλλον των παιδιών. Σε αρκετά σημεία διευκρίνισε ότι τοποθετείται ως πολίτης, ενώ στο τέλος δήλωσε ότι δεν έχει κομματική ένταξη ή πρόθεση να είναι υποψήφιος.
Ο Ιωαννίδης χαρακτήρισε το δημογραφικό ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της χώρας, εστιάζοντας στον συνδυασμό μειωμένων γεννήσεων και υψηλού αριθμού θανάτων. Κατά την εκτίμησή του, οι επιδοματικές παρεμβάσεις δεν αρκούν για να αλλάξουν την πορεία. Οι νέοι χρειάζονται τη δυνατότητα να οργανώσουν τη ζωή τους με ασφάλεια και να πιστέψουν ότι μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια σε ένα περιβάλλον με προοπτική.
Στη συλλογιστική του, η δημογραφική πολιτική συνδέεται άμεσα με την πρόσβαση σε λειτουργικές υπηρεσίες υγείας, την ποιότητα της εκπαίδευσης, τις επαγγελματικές ευκαιρίες και την κοινωνική συνοχή. Απέδωσε την κύρια ευθύνη στην πολιτική εξουσία, υποστηρίζοντας ότι ο πολίτης που αγωνίζεται να καλύψει τις καθημερινές ανάγκες του έχει περιορισμένες δυνατότητες να ανατρέψει μόνος του τις συνθήκες.
Ο καθηγητής προχώρησε σε ιδιαίτερα αιχμηρές καταγγελίες για τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την αναξιοκρατία. Υποστήριξε ότι ένα δίκτυο συμφερόντων επηρεάζει τη λειτουργία του κράτους και περιορίζει τις δυνατότητες ανθρώπων που θα μπορούσαν να προσφέρουν.
Στο ίδιο πλαίσιο αμφισβήτησε την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και αναφέρθηκε στις υποθέσεις των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι τοποθετήσεις αυτές αποτελούν δικές του πολιτικές αξιολογήσεις και καταγγελίες. Χρησιμοποίησε τον όρο «αχρηστοκρατία» για να περιγράψει την κατάληψη θέσεων ευθύνης από ανθρώπους τους οποίους θεωρεί ανεπαρκείς. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι στους θεσμούς εξακολουθούν να εργάζονται αξιόλογοι άνθρωποι, οι οποίοι, όπως είπε, αντιμετωπίζουν διαρκή πίεση και περιθωριοποίηση.
Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφορούσε την εκπαίδευση. Ο Ιωαννίδης υποστήριξε ότι τα δημόσια πανεπιστήμια λειτουργούν με ανεπαρκή χρηματοδότηση και στηρίζονται στην προσπάθεια διδασκόντων που επιμένουν να προσφέρουν κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Αναφέρθηκε επίσης στην οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών από τη συμπληρωματική εκπαίδευση και τα φροντιστήρια, αμφισβητώντας κατά πόσο η δημόσια παιδεία είναι στην πράξη απαλλαγμένη από σημαντικό ιδιωτικό κόστος. Για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, διευκρίνισε ότι δεν απορρίπτει κάθε θεσμό μη δημόσιας εκπαίδευσης. Έθεσε ως ουσιαστικά κριτήρια την ποιότητα των σπουδών, τις υποδομές, την παραγωγή έρευνας και τη συμβολή στην κοινωνία. Ωστόσο, άσκησε σφοδρή κριτική στο μοντέλο που, κατά την άποψή του, αναπτύσσεται στην Ελλάδα.
Ο καθηγητής στάθηκε και στον τρόπο παρουσίασης των διεθνών πανεπιστημιακών κατατάξεων. Υποστήριξε ότι η αξιοπιστία τους διαφέρει και ότι ορισμένοι δείκτες μπορούν να ευνοήσουν την επικοινωνιακή παρουσία ή τη βελτίωση αριθμών χωρίς ανάλογη πρόοδο στην εκπαίδευση και στην έρευνα. Αναφέρθηκε, ακόμη, στον κίνδυνο παραγωγής μεγάλου όγκου εργασιών χαμηλής αξίας ή ανακριβούς περιεχομένου με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.
Το κριτήριο, σύμφωνα με τη θέση του, πρέπει να παραμένει η ουσιαστική επιστημονική και εκπαιδευτική προσφορά. Στη συνέντευξη επικαλέστηκε διαφορετικές διεθνείς κατατάξεις για την Ελλάδα, χωρίς να αναπτύξει αναλυτικά τη μεθοδολογία και τη συγκρισιμότητα όλων των δεικτών.