Νέα πρωτεΐνη κλειδί στον έλεγχο της όρεξης και της παχυσαρκίας
Μια σημαντική ανακάλυψη σχετικά με τη ρύθμιση της όρεξης και του σωματικού βάρους φέρνει στο φως διεθνής επιστημονική ομάδα, αποκαλύπτοντας τον ρόλο της πρωτεΐνης MRAP2 στην επικοινωνία του εγκεφάλου με τα σήματα πείνας.
Τα ευρήματα προσφέρουν νέες θεραπευτικές προοπτικές για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Πιο συγκεκριμένα, ερευνητές από τα Πανεπιστήμια Λειψίας και Charité–Universitätsmedizin Berlin εντόπισαν έναν κρίσιμο μηχανισμό που επιτρέπει στον εγκέφαλο να ρυθμίζει αποτελεσματικότερα τα αισθήματα πείνας. Στο πλαίσιο της μελέτης του Collaborative Research Centre (CRC) 1423, με τίτλο Structural Dynamics of GPCR Activation and Signaling, οι επιστήμονες ανέλυσαν τον τρόπο με τον οποίο η πρωτεΐνη MRAP2 (melanocortin 2 receptor accessory protein 2) επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφαλικού υποδοχέα MC4R (melanocortin-4 receptor), ο οποίος αποτελεί βασικό ρυθμιστή της όρεξης και της ενεργειακής ισορροπίας. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature Communications.
Ο υποδοχέας MC4R, που ενεργοποιείται από την πεπτιδική ορμόνη MSH, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής. Μεταλλάξεις σε αυτόν αποτελούν μία από τις συχνότερες γενετικές αιτίες σοβαρής παχυσαρκίας. Σύμφωνα με τον Dr Patrick Scheerer, επικεφαλής του ερευνητικού έργου στο CRC 1423, «η γνώση των τρισδιάστατων δομών του ενεργού υποδοχέα σε αλληλεπίδραση με φάρμακα όπως η σετμελανοτίδη έχει επιτρέψει την καλύτερη κατανόηση των νέων λειτουργικών δεδομένων». Η σετμελανοτίδη, εγκεκριμένο φάρμακο για σπάνιες μορφές παχυσαρκίας, ενεργοποιεί τον MC4R και μειώνει αποτελεσματικά τα αισθήματα πείνας.
Με τη βοήθεια εξελιγμένων τεχνικών μικροσκοπίας φθορισμού και απεικόνισης μεμονωμένων κυττάρων, η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι η MRAP2 καθορίζει θεμελιωδώς τη θέση και τη συμπεριφορά του MC4R εντός των κυττάρων. Μέσω φθοριζόντων βιοαισθητήρων και συνεστιακής απεικόνισης, αποδείχθηκε ότι η MRAP2 είναι απαραίτητη για τη μεταφορά του υποδοχέα στην κυτταρική επιφάνεια, επιτρέποντάς του να μεταδίδει αποτελεσματικότερα τα σήματα που καταστέλλουν την όρεξη.
Η κατανόηση αυτού του νέου επιπέδου ρύθμισης ανοίγει τον δρόμο για μελλοντικές θεραπείες που θα μπορούσαν να μιμηθούν ή να ενισχύσουν τη δράση της MRAP2, με στόχο την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και σχετικών μεταβολικών διαταραχών. Η Professor Heike Biebermann υπογράμμισε πως «η διεπιστημονική και διεθνής συνεργασία επέτρεψε στους ερευνητές να αποκαλύψουν σημαντικές νέες φυσιολογικές και παθοφυσιολογικές πτυχές της ρύθμισης της όρεξης με θεραπευτική σημασία». Από την πλευρά του, ο Dr Paolo Annibale σημείωσε ότι «η εργασία αυτή αποτέλεσε ευκαιρία να εφαρμοστούν διάφορες τεχνικές μικροσκοπίας και απεικόνισης σε ένα φυσιολογικά σχετικό πλαίσιο, βελτιώνοντας την κατανόηση των μοριακών διεργασιών μέσα στα κύτταρα».
Η έρευνα βασίστηκε σε συνεργασίες ιδρυμάτων από τη Γερμανία, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, συνδυάζοντας τεχνογνωσία στη μικροσκοπία φθορισμού, τη μοριακή φαρμακολογία και τη δομική βιολογία. Το αποτέλεσμα αναδεικνύει τη δυναμική της διεπιστημονικής προσέγγισης στην αποκάλυψη νέων βιολογικών μηχανισμών.