Μελέτη αποκαλύπτει «σιωπηλή» επίδραση φυτοφαρμάκων στην υγεία
Νέα επιστημονική έρευνα καταγράφει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης σε μείγματα γεωργικών φυτοφαρμάκων και της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου.
Στη μελέτη συμμετείχαν ερευνητές από το Ινστιτούτο Παστέρ, το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, το Εθνικό Ινστιτούτο Νεοπλασματικών Νοσημάτων του Περού και το Γαλλικό Ινστιτούτο Έρευνας για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Περού, μια χώρα με έντονη αγροτική δραστηριότητα και μεγάλες περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανισότητες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, κυρίως αγροτικές και αυτόχθονες κοινότητες, εκτίθενται σε υψηλά επίπεδα φυτοφαρμάκων. Κατά μέσο όρο, οι πληθυσμοί αυτοί έρχονται σε επαφή ταυτόχρονα με έως και δώδεκα διαφορετικές χημικές ουσίες.
Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν 31 γεωργικά χημικά, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στη λίστα του Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως καρκινογόνα για τον άνθρωπο. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες χαρτογράφησαν τη διασπορά των ουσιών στο περιβάλλον για την περίοδο 2014-2019, δημιουργώντας έναν λεπτομερή χάρτη κινδύνου έκθεσης.
Συνδυάζοντας τα δεδομένα αυτά με στοιχεία από περισσότερους από 150.000 ασθενείς που διαγνώστηκαν με καρκίνο μεταξύ 2007 και 2020, προέκυψε ότι σε περιοχές με αυξημένη έκθεση σε φυτοφάρμακα, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ήταν κατά μέσο όρο 150% υψηλότερος.
Τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature Health, υποδεικνύουν ότι διαφορετικοί τύποι όγκων μπορεί να μοιράζονται κοινές βιολογικές ευπάθειες. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο ήπαρ, το οποίο λειτουργεί ως βασικό όργανο μεταβολισμού των χημικών ουσιών και δείκτης περιβαλλοντικής έκθεσης.
Παράλληλα, οι μοριακές αναλύσεις δείχνουν ότι τα φυτοφάρμακα διαταράσσουν κρίσιμες κυτταρικές λειτουργίες και επηρεάζουν την κυτταρική ταυτότητα, προκαλώντας αλλαγές που προηγούνται της εμφάνισης καρκίνου. Οι επιπτώσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πρώιμες, σωρευτικές και συχνά «σιωπηλές», καθιστώντας τους ιστούς πιο ευάλωτους σε επιπλέον παράγοντες κινδύνου, όπως λοιμώξεις και φλεγμονές.
Την ίδια στιγμή, η μελέτη θέτει υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές τοξικολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες εξετάζουν μεμονωμένες ουσίες και όχι συνδυασμούς. Οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά δεδομένα έκθεσης και οι περιβαλλοντικές συνθήκες.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως το Ελ Νίνιο, ενδέχεται να ενισχύσουν τη διασπορά των φυτοφαρμάκων, αυξάνοντας περαιτέρω την έκθεση.
Οι ερευνητές καταλήγουν στην ανάγκη επανεξέτασης των πολιτικών πρόληψης και αξιολόγησης κινδύνου, με στόχο την καλύτερη προστασία της δημόσιας υγείας.