1. Home
  2. Επικαιρότητα
  3. Τα νεότερα για τον SARS-Cov-2
Τα νεότερα για τον SARS-Cov-2

Τα νεότερα για τον SARS-Cov-2

0

Καθηγητές από διάφορες Σχολές και Τμήματα του ΕΚΠΑ πραγματοποιούν περιοδική αποδελτίωση των πιο σημαντικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων:

Στέλεχος Όμικρον : Μεταδοτικότητα, Βαρύτητα νόσου, Προστασία από εμβόλια

Όλο και περισσότερες χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, πιστοποιούν νέα κρούσματα COVID-19 που οφείλονται στο στέλεχος Όμικρον του SARS-CoV-2. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα νεότερα στοιχεία σύμφωνα με το έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Nature (How bad is Omicron? What scientists know so far (nature.com)). Μέχρι σήμερα, το στέλεχος Όμικρον έχει εντοπιστεί σε πάνω από 20 χώρες σε όλες τις ηπείρους και ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ακριβής προσδιορισμός του στελέχους απαιτεί διαδικασία αλληλούχισης του γονιδιώματος του ιού, η οποία δεν είναι ευρέως διαθέσιμη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στη Νότια Αφρική, μετά και την εμφάνιση της Όμικρον, παρατηρείται αύξηση 400% στις διαγνώσεις, αύξηση στον αριθμό των νοσηλειών στα νοσοκομεία και αύξηση 50% στον αριθμό των θανάτων την τελευταία εβδομάδα. Ο εξελικτικός βιολόγος Tom Wenseleers στο Πανεπιστήμιο Leuven του Βελγίου εκτιμά ότι το στέλεχος Όμικρον είναι 3 έως 6 φορές πιο μεταδοτικό συγκριτικά με το στέλεχος Δέλτα. Στη Νότια Αφρική, το στέλεχος Όμικρον δείχνει μια σαφή υπεροχή έναντι της Δέλτα, ωστόσο θα πρέπει να αναμένουμε να δούμε αν θα ισχύσει το ίδιο και για την Ευρώπη και την Αμερική και το ρόλο που ενδέχεται να διαδραματίζει το ποσοστό της εμβολιαστικής κάλυψης. Μια άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση από τα κρούσματα που οφείλονται στο στέλεχος Όμικρον στη Νότια Αφρική είναι η δυνατότητα τόσο επαναλοίμωξης σε άτομα που έχουν προηγουμένως νοσήσει από COVID-19 όσο και λοίμωξης σε εμβολιασμένα άτομα. Η βαρύτητα της λοίμωξης είναι ένα άλλο στοιχείο που είναι δύσκολο προς το παρόν να καθοριστεί, διότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη βαρύτητα της νόσου. Για παράδειγμα, οι περιπτώσεις ήπιας νόσου που έχουν αναφερθεί στη Νότια Αφρική μπορεί να οφείλονται και στο νεαρό της ηλικίας των ασθενών, πολλοί από τους οποίους μπορεί να είχαν ήδη προηγουμένως εκτεθεί στον SARS-CoV-2.

Επιπλέον, η χορήγηση τρίτης αναμνηστικής δόσης μπορεί να διατηρήσει σε πολύ υψηλά επίπεδα τους τίτλους των εξουδετερωτικών αντισωμάτων, το οποίο συνδέεται με προστασία από τη COVID-19. Διεθνείς ερευνητικές ομάδες διερευνούν εργαστηριακά τη δυνατότητα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων που προκύπτουν τόσο μετά από φυσική λοίμωξη όσο και μετά από εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2 να εξουδετερώνουν το νέο στέλεχος Όμικρον του SARS-CoV-2 με την τεχνική των «ψευδο-ιών». Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι, σε αναλογία με παλαιότερα «στελέχη ανησυχίας», τα εμβόλια μπορεί να συνεχίζουν να προστατεύουν από τη σοβαρή νόσηση και την ανάγκη νοσηλείας, αλλά να μην ασκούν έντονη προστατευτική δράση έναντι σε ήπια και μετρίως σοβαρή λοίμωξη. Αυτό συνεπάγεται μεν αύξηση των κρουσμάτων, ωστόσο μπορούμε να ελπίζουμε ότι δε θα υπάρξει υπέρμετρη αύξηση στις νοσηλείες και στους θανάτους.

Η σημασία του ιϊκού φορτίου για τη μετάδοση του κορωνοϊού και η επίδραση των εμβολίων

Από την αρχή της επιδημίας του SARS-CoV-2 έχει γίνει εμφανές ότι υπάρχει μεγάλη ετερογένεια στην μετάδοση. Κάποιοι ασθενείς δεν τον μεταδίδουν καθόλου ενώ κάποιοι άλλοι τον μεταδίδουν σε πάρα πολλούς. Η ετερογένεια στη μετάδοση είναι κάτι που γνωρίζουμε καλά για τους κορωνοϊούς αυτής της τάξης εδώ και περίπου 15 χρόνια. Ποιοι είναι όμως οι βιολογικοί παράγοντες που καθορίζουν αυτήν την ετερογένεια; Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γκίκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι μία υπόθεση που έχει συζητηθεί πολύ είναι το ιϊκό φορτίο, δηλαδή η ποσότητα του ιού που απεκκρίνεται στο ανώτερο αναπνευστικό (ρινοφάρυγγα).

Το παράδειγμα του HIV

Το ιϊκό φορτίο ως μέτρηση σημαντική για την μεταδοτικότητα αλλά και την βαρύτητα της νόσου χρησιμοποιείται κατά κόρον στην παρακολούθηση των ασθενών με HIV. Σε αυτήν την περίπτωση το ιϊκό φορτίο στο αίμα δείχνει πόσο μεταδοτικός είναι ο ασθενής ενώ τα επίπεδα του ιϊκού φορτίου στο αίμα μετά την πρώτη φάση της μόλυνσης είναι ενδεικτικά για το πόσο γρήγορα θα προχωρήσει η νόσος. Με τον μηδενισμό του ιϊκού φορτίου στο αίμα που επιτυγχάνεται με τις σύγχρονες θεραπείες οι φορείς μπορούν να ζήσουν φυσιολογικά ενώ σταματάνε να είναι μεταδοτικοί.

Τι ισχύει για το φορτίο στον SARS-CoV-2

Σε αντίθεση με το ιϊκό φορτίο στο αίμα, η μέτρηση του ιϊκού φορτίου σε δείγματα από το αναπνευστικό παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Καταρχήν είναι δύσκολο να συγκριθούν δείγματα που έχουν συλλεγεί με διαφορετικούς τρόπους λήψης. Σε αντίθεση με την αιμοληψία, η δειγματοληψία από το ανώτερο αναπνευστικό έχει μεγάλη διακύμανση όσον αφορά την συλλογή του βιολογικού υλικού.

Το άλλο χαρακτηριστικό πρόβλημα στη συγκρισιμότητα των δειγμάτων από διαφορετικούς ασθενείς οφείλεται στο γεγονός ότι η ποσότητα του ιού (SARS-CoV-2) που απεκκρίνεται στα διάφορα στάδια της νόσου αλλάζει δραματικά μέσα σε ώρες και από ημέρα σε ημέρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στην ίδια ημέρα στο δείγμα ενός ασθενή μπορεί να αυξηθεί εκατομμύρια φορές η πυκνότητά του ιού. Συνεπώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί ένας τρόπος να συγκριθούν με αξιοπιστία δείγματα από διαφορετικούς ασθενείς με αποτέλεσμα όλες οι μελέτες που κάνουν λόγο για σύγκριση ιϊκών φορτίων μεταξύ ασθενών να πάσχουν από προβλήματα συγκρισιμότητας των δειγματοληψιών.

Ιϊκό φορτίο σε σχέση με παραλλαγές και ιστορικό εμβολιασμού

 Σε πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό  New England Journal of Medicine  παρουσιάζονται για πρώτη φορά στοιχεία που λαμβάνουν υπόψιν και ελέγχουν την διακύμανση της δειγματοληψίας ανά ασθενή όσον αφορά το ιϊκό φορτίο. Αυτό έγινε εφικτό μέσω της επαναλαμβανόμενης δειγματοληψίας σε άτομα που παρακολουθούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν νοσήσουν. Έτσι έγινε εφικτή η μέτρηση του ιϊκού φορτίου πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων και μέχρι την αποδρομή του ιού από τους ασθενείς καταγράφοντας πλέον καμπύλες φορτίων του ιού ανά ασθενή. Στη συνέχεια αντί να συγκρίνουν μία τιμή ιϊκού φορτίου ανά ασθενή συνέκριναν τις καμπύλες των ιϊκών φορτίων. Αυτό που έγινε προφανές από αυτή την σύγκριση είναι ότι η συνολική απέκκριση του ιού ανάμεσα στα διαφορετικά στελέχη που αναλύθηκαν (Άλφα, Δέλτα, αρχικά στελέχη) δεν είχε σημαντικές διαφορές. Οι όποιες διαφορές που είχαν παρατηρηθεί σε προηγούμενες μελέτες πιθανότατα οφείλεται σε συστηματικά σφάλματα κατά την δειγματοληψία και την φάση της επιδημικής καμπύλης του κάθε στελέχους. Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο στοιχείο προέκυψε όταν συγκρίθηκαν οι καμπύλες του ιϊκού φορτίου μεταξύ ατόμων που είχαν εμβολιασθεί και μη εμβολιασμένων. Σε αυτήν την περίπτωση η διαφορά ήταν χαρακτηριστική και σημαντική, με τον χρόνο απέκκρισης του ιού να συντομεύεται σημαντικά στους εμβολιασμένους σε σχέση με τους μη εμβολιασμένους δείχνοντας ότι ο χρόνος που μεταδίδουν οι εμβολιασμένοι είναι σημαντικά μικρότερος.