Μηνιγγίτιδα: Νέες φαρμακευτικές προσεγγίσεις
Γράφουν: Σπυριδούλα Καλτσή, Κυριακή Δεγαΐτα και Παναγιώτης Μαδούρος.
Προπτυχιακοί φοιτητές Φαρμακευτικής Αθηνών
Ο χρόνος χορήγησης της φαρμακευτικής αγωγής είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχημένη θεραπεία της βακτηριακής μηνιγγίτιδας.
Η μηνιγγίτιδα είναι μία ασθένεια η οποία συνεχίζει να αποτελεί μία πρόκληση για την παγκόσμια υγεία όπως έγινε φανερό και από την πρωτοβουλία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας να ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2018 την καμπάνια “ Καταπολεμώντας τη μηνιγγίτιδα έως το 2030”. Μέχρι σήμερα, διαθέτουμε ήδη ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών για την ασθένεια αυτή, ωστόσο συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε διαρκώς καινούρια δεδομένα, τα οποία θα μας βοηθήσουν στην πιο αποτελεσματική αντιμετώπισή της.
Με τον όρο μηνιγγίτιδα εννοούμε τη φλεγμονή των μηνίγγων, των τριών μεμβρανών που, μαζί με το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, περιβάλλουν και προστατεύουν τόσο τον εγκέφαλο όσο και τον νωτιαίο μυελό.
Η μηνιγγίτιδα συχνά ακολουθείται από μια λοίμωξη και διακρίνεται, ανάλογα με το παθογόνο αίτιο, σε βακτηριακή και άσηπτη. Ο όρος άσηπτη μηνιγγίτιδα περικλείει όλες εκείνες τις περιπτώσεις μηνιγγίτιδας με αρνητική βακτηριακή καλλιέργεια στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό που οφείλονται συνηθέστερα σε ιούς της οικογένειας των εντεροϊών, λιγότερο συχνά σε μύκητες και σε παράσιτα. Αναφορικά με τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα η οποία μπορεί να καταστεί απειλητική για τη ζωή και χρήζει άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης, ο μηνιγγιτιδόκοκκος (Neisseria meningitidis), ο πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumoniae) και ο αιμόφιλος ινφλουέντζας τύπου Β προκαλούν πάνω από το 75% όλων των κρουσμάτων βακτηριακής μηνιγγίτιδας και είναι υπεύθυνοι για το 90% της βακτηριακής μηνιγγίτιδας στα παιδιά. Στους ενήλικες επικρατεί ο πνευμονιόκοκκος ακολουθούμενος από τον μηνιγγιτιδόκοκκο και έπεται η λιστέρια (Listeria monocytogenes) που εμφανίζει ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα στη νεογνική περίοδο και στους άνω των 50 ετών.
Tα υπεύθυνα παθογόνα για την προκληθείσα μηνιγγίτιδα μπορούν να εισβάλλουν στον υπαραχνοειδή χώρο μέσω αιματογενούς διασποράς μετά τον αποικισμό τος στο ρινοφάρυγγα είτε ως ελεύθερα παθογόνα διαπερνώντας τα τριχοειδή αγγεία του αίματος είτε μέσω των κυττάρων του ανοσοποιητικού. Σε διαφορετική περίπτωση, εισβάλλουν απευθείας μέσω γειτονικών ανατομικών δομών (στην περίπτωση μέσης ωτίτιδας,ιγμορίτιδας), είτε κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων καθώς και μέσω ιατρικών συσκευών και διεισδυτικών τραυμάτων. Άμεσο επακόλουθο είναι η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η ισχυρή φλεγμονώδη ανοσιακή απάντηση που διεγείρεται ιδίως στην περίπτωση της βακτηριακής μηνιγγίτιδας και διαμεσολαβείται από κυτοκίνες, χημειοκίνες, πρωτεολυτικά ένζυμα και οξειδωτικά μέσα, οδηγεί σε αυξημένη διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, εγκεφαλικό οίδημα, αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, αγγειίτιδα, ισχαιμία και τελικά εγκεφαλική νέκρωση. Η μηνιγγίτιδα μπορεί ακόμη να έχει και μη λοιμώδη αιτιολογία όπως ο καρκίνος, τα αυτοάνοσα νοσήματα και ορισμένα φάρμακα.
Νέες φαρμακευτικές προσεγγίσεις
Ο χρόνος χορήγησης της φαρμακευτικής αγωγής είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχημένη θεραπεία της βακτηριακής μηνιγγίτιδας. Η ανίχνευση του παθογόνου είναι μια χρονοβόρος διαδικασία και πριν από αυτό χορηγείται αμέσως, αντιβιοτική αγωγή βάσει του πιθανού ύποπτου παθογόνου και της ανοχής του ασθενούς στα αντιβιοτικά. Πέρα από την κλασσική θεραπεία έχουν βρεθεί και άλλες φαρμακευτικές προσεγγίσεις:
- Αρχικά, μελετήθηκαν αντιβιοτικά που δεν προκαλούν λύση των βακτηριακών κυττάρων όπως η ριφαμπικίνη και η δαπτομυκίνη για τη θεραπεία της πνευμονιοκοκκικής μηνιγγίτιδας που είναι καλύτερα από μια μονοθεραπεία με κεφτριαξόνη.
- Επίσης, μελετήθηκε ο στόχος που επάγει την απόπτωση των ουδετερόφιλων και συγκεκριμένα ένα ανάλογο πουρίνης, η ροσκοβιτίνη, καθώς και το αντιβιοτικό τελαβανκίνη ήταν αποτελεσματικά σε πειραματόζωα, αλλά χρειάζονται περαιτέρω κλινικές μελέτες προτού χορηγηθούν στον άνθρωπο.
- Ένας άλλος στόχος είναι η αναστολή των μεταλλοπρωτεϊνασών της μήτρας (ή αλλιώς MMPs), οι οποίες παραβιάζουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τραυματίζουν το φλοιό του εγκεφάλου και το εσωτερικό αυτί. Έτσι, η δοξικυκλίνη, μια τετρακυκλίνη-αναστολέας των MMPs δρα νευροπροστατευτικά και συγχορηγούμενη με κεφτριαξόνη, μειώνει τη θνητότητα και την απώλεια ακοής.
- Ικανοποιητικά αποτελέσματα σε πειραματόζωα έδειξαν και τα μονοκλωνικά αντισώματα έναντι της αναφυλατοξίνης C5a.
- Επιπροσθέτως, με παρέμβαση σε μονοπάτια απόπτωσης όπως αναστολή των κασπασών και με χορήγηση εξωγενώς του εγκεφαλικού νευροτροφικού παράγοντα (ΒDNF) που συνδέεται με τον υποδοχέα trkB μπορεί να μειωθεί η εγκεφαλική βλάβη.
- Εκτός αυτών, μεταξύ των καρβαπενεμών η μεροπενέμη αποδείχθηκε το ίδιο αποτελεσματική με την κεφτριαξόνη και την κεφοταξίμη, ενώ η ιμιπινέμη κρίθηκε ακατάλληλη.
- Ακόμη, μπορούν να χορηγηθούν τα αντιβιοτικά λινεζολίδη και η τιγεκυκλίνη.
- Ο ανταγωνιστής του TLR4 υποδοχέα, η εριτοράνη εμποδίζει τη βλάβη στους πνεύμονες και περιορίζει τα κλινικά συμπτώματα της βακτηριακής μηνιγγίτιδας.
- Tέλος, μελέτες έδειξαν πως τα ενδοκανναβινοειδή και ειδικότερα η κανναβιδιόλη με την νευροπροστατευτική, αντιοξειδωτική και αναλγητική ισχύ τους εμποδίζουν την απώλεια μνήμης στην πνευμονιοκοκκική μηνιγγίτιδα.
Εμβολιασμός
Ορισμένες μορφές βακτηριακής μηνιγγίτιδας μπορούν να προληφθούν και να εξαλειφθούν με εμβολιασμούς που εστιάζουν σε άλλους ιούς. Τα εμβόλια είναι ενεργά έναντι κοινών ορότυπων αυτού του παθογόνου, και μειώνουν σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης μηνιγγίτιδας. Ορισμένα από αυτά είναι τα ακόλουθα:
-
Εμβόλιο Haemophilus influenzae τύπου b (Hib).
-
Συζευγμένο εμβόλιο πνευμονιόκοκκου (PCV13).
-
Εμβόλιο πολυσακχαρίτη πνευμονιόκοκκου (PPSV23).
-
Παιδικός εμβολιασμός με Bacillus Calmette-Guérin
Ωστόσο, στις χώρες στις οποίες η επιβάρυνση της νόσου είναι υψηλότερη και η φθίνουσα αποτελεσματικότητά στην ενήλικη ζωή έχει ωθήσει την αναζήτηση ενός καλύτερου εμβολίου.
Υπάρχουν εμβόλια κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου κατά των ομάδων A, B, C, W135 και Y. Στις χώρες όπου εισήχθη το εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο της ομάδας C, οι περιπτώσεις που προκαλούνται από αυτό το παθογόνο έχουν μειωθεί σημαντικά. Υπάρχει τώρα ένα τετραδύναμο εμβόλιο, το οποίο συνδυάζει τέσσερα εμβόλια με εξαίρεση το Β, το συζευγμένο εμβόλιο μηνιγγιτιδοκοκκικού ACW135Y.
Η ανάπτυξη ενός εμβολίου κατά των μηνιγγιτιδόκοκκων της ομάδας Β έχει αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη. Δύο νέα εμβόλια, που εγκρίθηκαν και τα δύο το 2014, είναι αποτελεσματικά έναντι ενός ευρύτερου φάσματος στελεχών μηνιγγιτιδόκοκκου της ομάδας Β.
Στην Ελλάδα είναι διαθέσιμα αυτά τα νέα δύο πρωτεϊνικά εμβόλια και κυκλοφορούν από το 2014 το εμβόλιο 4CMenB (Bexsero, GSK) που χορηγείται από την ηλικία των 2 μηνών και από το 2018 το εμβόλιο MenB-FHbp (Trumenba, Pfizer) που χορηγείται από την ηλικία των 10 ετών. Τα πρόδρομα δεδομένα της μελέτης συνηγορούν υπέρ της ασφάλειας του εμβολιασμού καθώς δεν έχουν παρατηρηθεί σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, δεν έχουν ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της χώρας μας έναντι του μηνιγγιτιδόκοκκου οροομάδας Β.
Πρόληψη
Τα κοινά βακτήρια ή οι ιοί που μπορούν να προκαλέσουν μηνιγγίτιδα μπορούν να εξαπλωθούν μέσω του βήχα, του φτερνίσματος, του φιλιού ή της κοινής χρήσης σκευών φαγητού, μιας οδοντόβουρτσας ή ενός τσιγάρου. Όπως αναφέραμε, η μηνιγγίτιδα είναι σοβαρή ασθένεια και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα εντός ημερών, οπότε παρά τον εμβολιασμό πρέπει να προσέχουμε την υγιεινή μας. Γι’ αυτό καθίσταται ζωτικής σημασίας η πρόληψη και η ενημέρωση.
Τα παρακάτω βήματα, αποτελούν βασικούς κανόνες υγιεινής και μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην πρόληψη της μηνιγγίτιδας:
-
Να πλένετε τα χέρια σας
-
Μην μοιράζεστε φαγητά και αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με το στόμα.
-
Μείνετε υγιείς. Διατηρήστε το ανοσοποιητικό σας σύστημα, να ξεκουράζεστε αρκετά, να ασκείστε τακτικά και να έχετε μια υγιεινή διατροφή.
-
Καλύψτε το στόμα σας κατά το βήξιμο/φτέρνισμα
-
Σε περίπτωση εγκυμοσύνης, προσέξτε το φαγητό.
Πηγή: Έντυπο «Περί Υγείας»