1. Home
  2. Επικαιρότητα
  3. Μονάδες εγχύσεων στα Κέντρα Υγείας της χώρας μας για τους ασθενείς με ρευματικές παθήσεις. Πολυτέλεια ή αναγκαιότητα;
Μονάδες εγχύσεων στα Κέντρα Υγείας της χώρας μας για τους ασθενείς με ρευματικές παθήσεις. Πολυτέλεια ή αναγκαιότητα;

Μονάδες εγχύσεων στα Κέντρα Υγείας της χώρας μας για τους ασθενείς με ρευματικές παθήσεις. Πολυτέλεια ή αναγκαιότητα;

0

Γράφει η Αθανασία Παππά 

Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αντιρευματικού Αγώνα (EΛ.Ε.ΑΝ.Α.)

Επισκέπτρια Υγείας

 

Τα νεότερα φάρμακα των ρευματικών παθήσεων, αυτά που έφεραν την επανάσταση στους ασθενείς με ρευματικές παθήσεις είναι οι βιολογικοί παράγοντες, κυρίως αντισώματα ή άλλες πρωτεΐνες με ισχυρή αντιφλεγμονώδη ή ανοσοκατασταλτική δράση. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται με ενδοφλέβια ή με υποδόρια ένεση.

Όπως όμως όλα τα φάρμακα, έτσι και οι βιολογικοί αντιρευματικοί παράγοντες έχουν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, από τις οποίες οι άμεσες περιλαμβάνουν την οξεία αλλεργική αντίδραση, την ενδοφλέβια κρυστάλλωση, τη θρομβοεμβολή, την αιμόλυση κ.ά. Η ενδοφλέβια λοιπόν χορήγηση πρέπει να λαμβάνει χώρα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένο χρόνο, σε πολύ συγκεκριμένη δόση προσαρμοσμένη σε κάθε ασθενή.

Στην άδεια κυκλοφορίας όλων αυτών των φαρμάκων ορίζεται σαφώς ότι η ενδοφλέβια έγχυση πρέπει να γίνεται σε νοσοκομειακό περιβάλλον και ο λόγος είναι για να μηδενιστούν πρακτικώς οι όποιες άμεσες ανεπιθύμητες δράσεις τους. Παρόλο λοιπόν που φαίνεται η ενδοφλέβια έγχυση επικίνδυνη, όπως άλλωστε και όλα τα φάρμακα ή θεραπευτικά σχήματα, είναι ασφαλής, διότι γίνεται υπό άμεση ιατρική παρακολούθηση, σε ειδικό χώρο και σε εμφάνιση ανεπιθύμητης ενέργειας σταματάει η χορήγηση και αντιμετωπίζεται το περιστατικό. Για την ασφάλεια του ασθενή ακόμα και οι υποδόριοι βιολογικοί παράγοντες συστήνεται επίσης, τις πρώτες τουλάχιστον φορές ο ασθενής να πρέπει να τις πραγματοποιεί υπό ιατρική παρακολούθηση για κάποιο χρονικό διάστημα που κρίνεται ασφαλές πριν μετακινηθεί στην οικία του.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων βέβαια, θεωρώντας ότι κάθε Ευρωπαϊκή χώρα έχει συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας για κάθε ιατρική πράξη θεωρεί ορθώς, ότι η οργάνωση των μονάδων εγχύσεων είναι ευθύνη των κρατών μελών και σχετίζεται με την εθνική κουλτούρα τους.

Στη χώρα μας λοιπόν έχει γίνει μια διασταλτική ερμηνεία της οδηγίας, όπου κάθε ρευματολογική κλινική ή τμήμα νοσοκομείου, έχει δικαίωμα και υποχρέωση να πραγματοποιεί εγχύσεις και έτσι αυτές γίνονται μέσα στα νοσοκομεία, αλλά κατά κανόνα σε χώρους συνήθως ανεπαρκείς, για την υπηρεσία που πρέπει να παρέχεται.

Οι μονάδες λοιπόν εγχύσεων θα πρέπει να πληρούν αυτονοήτως τις παρακάτω συνθήκες:

Να είναι σε χώρους ευρύχωρους, ευχάριστους, φωτεινούς, καλά κλιματιζόμενους, και απομονωμένους από τους θαλάμους των ασθενών, κυρίως αυτών με λοιμώδη νοσήματα.

Για την έγχυση ο ασθενής πρέπει να είναι κατακεκλιμένος σε νοσοκομειακή κλίνη ή ανάκλιντρο έγχυσης, με καθαρά κλινοσκεπάσματα. Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται είτε με αντλία είτε με συσκευή έγχυσης με βαλβίδα εξαερισμού, και μέσω φίλτρου κατακράτησης σωματιδίων, όπως ακριβώς περιγράφεται στο εγκεκριμένο από τον ΕΜΑ, φύλλο οδηγιών του φαρμάκου.

Ο ορός, οι σύριγγες έγχυσης, αλλά και οι καθετήρες μέχρι τη φλέβα, καλό είναι να καλύπτονται με αδιαφανές φύλλο (π.χ. αλουμινόχαρτο) για την αποφυγή της έκθεσης του φαρμάκου στο φως, το οποίο συχνά επηρεάζει τη σταθερότητα του διαλύματος, αλλά και με ιδιαίτερη μέριμνα σωστής θερμοκρασίας του φαρμάκου καθ’ όλη τη διαδικασία.

Ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να είναι αργός και να ελέγχεται συνεχώς από το προσωπικό η σταθερή παροχή, με δύο τουλάχιστον τρόπους (έλεγχος των ρυθμιστών ροής, αλλά και υπολογισμός των όγκων στη μονάδα του χρόνου).

Ο ασθενής πρέπει να είναι υπό συνεχή νοσηλευτική επιτήρηση, ενώ στο χώρο πρέπει να βρίσκεται συνεχώς ιατρός με ειδική εκπαίδευση στην υποστήριξη των βασικών λειτουργιών της ζωής, αλλά και ιδιαίτερη εκπαίδευση στην αντιμετώπιση των ειδικών φαρμακευτικών αντιδράσεων από το κάθε φάρμακο που χρησιμοποιείται στη μονάδα.

Η νοσηλευτική επιτήρηση προβλέπει συνεχή έλεγχο ζωτικών σημείων όπως, επισκόπηση, πίεση, καρδιακό ρυθμό, αναπνοή, και επίπεδο συνείδησης του ασθενούς. Προφανώς δίπλα από την κάθε κλίνη πρέπει να υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός, ενώ μέριμνα πρέπει να λαμβάνεται για τον σωστό φωτισμό. Ο ασθενής πρέπει να παραμένει στο χώρο τουλάχιστον μια ώρα μετά το τέλος της έγχυσης.

Σε περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάντος ο ιατρός χρειάζεται να επέμβει άμεσα και για τον λόγο αυτό πρέπει να υπάρχει καρδιογράφος, σετ διασωλήνωσης, και συσκευές αερισμού, δυνατότητα καθετηριασμού μεγάλων αγγείων (σφαγίτιδα, υποκλείδια), πλήρες φαρμακείο για την αντιμετώπιση επειγόντων (ινότροπα, κατασταλτικά, αντιαρρυθμικά, θρομβολυτικά, βρογχοχαλαστικά, οροί όλων των τύπων) καθώς και καθετήρες κύστης και ότι άλλο είναι αναγκαίο για την ανάνηψη και τη σταθεροποίηση των λειτουργιών του ασθενή μέχρι να μεταφερθεί σε μονάδα εντατικής νοσηλείας, όπως φορεία μεταφοράς, ανελκυστήρες και εύκολη/σύντομη πρόσβαση.

Στη χώρα μας υπάρχουν προβλήματα κατανομής των υπηρεσιών υγείας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες περιοχές της περιφέρειας, από τις οποίες οι ασθενείς πρέπει να μετακινούνται στο κέντρο για τις εγχύσεις τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό διότι οι ασθενείς αυτοί έχουν κινητικά προβλήματα και συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα αδυναμίας μεταφοράς.

Για τους παραπάνω λόγους, τα κέντρα υγείας θα μπορούσαν να πραγματοποιούν εγχύσεις διότι είναι σε θέση και πληρούν εξίσου καλά τις συνθήκες που απαιτούνται από τη νομοθεσία. Όσον αφορά δε στην ασφαλή μεταφορά του ασθενούς, τα κέντρα υγείας στην Ελλάδα, διαθέτουν στο σύνολό τους στελεχωμένα και εξοπλισμένα ασθενοφόρα, είναι δε τοποθετημένα κατά κανόνα σε λογική απόσταση από τριτοβάθμιο νοσοκομείο.

Επιπλέον στα παραπάνω υπάρχει και ένα ακόμη σημαντικό σημείο που αφορά στις ανεπιθύμητες δράσεις των φαρμάκων.

Ένα φάρμακο θεωρείται ασφαλές, όχι όταν δεν έχει ανεπιθύμητες ενέργειες, πράγμα αδύνατον, αλλά όταν η συχνότητα και η ποιότητα των ανεπιθύμητων δράσεων είναι γνωστή και αναμενόμενη. Για να υπάρξει όμως το παραπάνω θα πρέπει όλες οι εμφανίσεις ανεπιθύμητων ενεργειών να καταγράφονται και να αναφέρονται στους αρμόδιους εθνικούς και διεθνείς φορείς.

Αν καταφέρουμε, ως κοινωνία, να καταγράφουμε γρήγορα και αποτελεσματικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες, η διαδικασία της φαρμακοεπαγρύπνησης θα αποδώσει και θα μεγιστοποιηθεί η ασφάλεια των φαρμάκων και η ζωή των ασθενών.

Η δυνατότητα λοιπόν δημιουργίας και λειτουργίας δικτύου εγχύσεων ενδοφλεβίων βιολογικών παραγόντων, σε σειρά κέντρων υγείας της Ελληνικής υπαίθρου, αποτελεί ουσιώδη απαίτηση για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Η λειτουργία κέντρων έγχυσης στα ΚΥ θα βελτιώσει την καθημερινότητα των ασθενών, την επιστημονικότητα του προσωπικού, την αρτιότερη λειτουργία των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων δομών περίθαλψης, αλλά και στην οικονομία και στη φαρμακοεπαγρύπνηση της χώρας.