Πάνω από 5.400 γιατροί έφυγαν από την Ελλάδα σε πέντε χρόνια
Με αφορμή την Τρίτη, όταν η διεθνής κοινότητα τιμά την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, αναδεικνύεται εκ νέου η σημασία της υγείας ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος.
Η συγκεκριμένη ημέρα, η οποία καθιερώθηκε το 1948 με την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για την ευαισθητοποίηση γύρω από κρίσιμα ζητήματα δημόσιας υγείας και την ανάγκη καθολικής και ισότιμης πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες περίθαλψης.
Για το 2026, το κεντρικό μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Υγείας, «Μαζί για την Υγεία. Με την επιστήμη» εστιάζει στον ρόλο της επιστημονικής γνώσης και της διεθνούς συνεργασίας απέναντι στις σύγχρονες υγειονομικές προκλήσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προσέγγιση One Health («Ενιαία Υγεία»), η οποία συνδέει την ανθρώπινη υγεία με την υγεία των ζώων και του περιβάλλοντος, προωθώντας μια ολιστική στρατηγική πρόληψης.
Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας απευθύνει κάλεσμα για ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην επιστήμη, μέσω της αξιοποίησης τεκμηριωμένων δεδομένων και έγκυρων κατευθυντήριων οδηγιών.
Ωστόσο, πέρα από τη διεθνή διάσταση των ζητημάτων υγείας, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εσωτερική πρόκληση: τη συνεχιζόμενη μετανάστευση νέων γιατρών στο εξωτερικό. Σύμφωνα με στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (ΙΣΑ), την περίοδο 2020-2025 περισσότεροι από 5.400 γιατροί αναζήτησαν επαγγελματική αποκατάσταση εκτός χώρας.
Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του ΙΣΑ Γιώργος Πατούλης, η «διαρροή» επιστημονικού δυναμικού συνιστά μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας, επιβαρύνοντας τις ήδη υπάρχουσες ελλείψεις.
«Η μαζική μετανάστευση των νέων ιατρών αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το σύστημα υγείας της χώρας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν είναι απλώς αριθμητικό είναι βαθιά ποιοτικό και στρατηγικό, καθώς η Ελλάδα χάνει το πιο δυναμικό, επιστημονικά καταρτισμένο και ελπιδοφόρο κομμάτι του ιατρικού της δυναμικού», τονίζει ο κ. Πατούλης.
Τα στοιχεία του ΙΣΑ
Το 2020, συνολικά 901 γιατροί (347 ανειδίκευτοι και 554 ειδικευμένοι) έφυγαν στο εξωτερικό, με βασικό προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο (428) και δεύτερη επιλογή την Κύπρο (162).
Την επόμενη χρονιά, το 2021, καταγράφηκαν 866 αποχωρήσεις (314 ανειδίκευτοι και 552 ειδικευμένοι), με την Αγγλία να παραμένει πρώτη επιλογή (379) και την Κύπρο να ακολουθεί (160).
Το 2022, 808 γιατροί μετανάστευσαν, εκ των οποίων 304 ανειδίκευτοι και 504 ειδικευμένοι, με προορισμούς κυρίως την Αγγλία (288), αλλά και τη Γαλλία (61), τη Γερμανία (54) και την Ελβετία (50).
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφηκε και το 2023, όταν 808 γιατροί (283 ανειδίκευτοι και 525 ειδικευμένοι) έφυγαν από τη χώρα, με την Αγγλία (288) και την Κύπρο (97) να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Αύξηση σημειώθηκε το 2024, με 1.047 πιστοποιητικά για εργασία στο εξωτερικό (398 ανειδίκευτοι και 649 ειδικευμένοι). Πρώτος προορισμός παρέμεινε το Ηνωμένο Βασίλειο (274) και δεύτερος η Κύπρος (118).
Το 2025 καταγράφηκε μικρή κάμψη, με 384 ανειδίκευτους και 584 ειδικευμένους γιατρούς να αποχωρούν, ενώ πρώτη επιλογή ήταν ξανά η Αγγλία (319) και δεύτερη η Κύπρος (142).
Γιατί αποχωρούν οι γιατροί
«Οι νέοι γιατροί δεν φεύγουν τυχαία. Φεύγουν γιατί αναζητούν συνθήκες αξιοπρέπειας. Φεύγουν γιατί θέλουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου. Φεύγουν γιατί σε άλλες χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο, βρίσκουν οργανωμένα συστήματα, σαφή επαγγελματική προοπτική και αμοιβές που ανταποκρίνονται στην επιστημονική τους αξία.
Η αλήθεια είναι σκληρή: αν δεν δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο, ανταγωνιστικό περιβάλλον, δεν θα μπορέσουμε να συγκρατήσουμε τους νέους επιστήμονες. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο το ιατρικό σώμα θα αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας», τονίζει ο Γιώργος Πατούλης.
Κίνητρα και παρεμβάσεις
«Η αντιστροφή του brain drain δεν μπορεί να γίνει με ευχολόγια. Απαιτεί συγκεκριμένες, στοχευμένες πολιτικές», σημειώνει ο πρόεδρος του ΙΣΑ και προτείνει:
Αξιοπρεπείς αμοιβές, προσαρμοσμένες στα διεθνή δεδομένα, ώστε η παραμονή στη χώρα να είναι πραγματική επιλογή και όχι αναγκαστική θυσία
Σύγχρονο και οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, με πλήρη εφαρμογή των rotations και συνεχή αξιολόγηση
Διεθνείς συνεργασίες, με αδελφοποιήσεις με πανεπιστήμια και ιατρικούς φορείς της Ευρώπης και της Αμερικής, ώστε οι νέοι γιατροί να αποκτούν εμπειρία και εξωστρέφεια
Σταθερό επαγγελματικό περιβάλλον, χωρίς διαρκείς οικονομικές επιβαρύνσεις και αβεβαιότητα
Προοπτικές εξέλιξης, που θα συνδέονται με την επιστημονική πρόοδο και όχι με τη συγκυρία
Ο κ. Πατούλης σημειώνει ότι «το σύνολο του ΕΣΥ οφείλει να τεθεί στην υπηρεσία της εκπαίδευσης των νέων γιατρών. Όχι αποσπασματικά, αλλά με στρατηγικό σχεδιασμό».
Θέσεις και διεκδικήσεις του ΙΣΑ
Σε θεσμικό επίπεδο, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών έχει επανειλημμένα θέσει το ζήτημα στην πολιτική ηγεσία.
Διεκδικεί «την ουσιαστική ενίσχυση των αμοιβών των ιατρών του ΕΣΥ, τονίζοντας ότι τα μέχρι σήμερα μέτρα είναι θετικά αλλά ανεπαρκή.
Τη δημιουργία νέων θέσεων ειδικευομένων και την ενίσχυση της εκπαίδευσης.
Τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα επιτρέπει στους γιατρούς να εργάζονται με αξιοπρέπεια, χωρίς εξουθενωτικά βάρη. Την κατάργηση στρεβλώσεων, όπως το clawback, που υπονομεύουν τη βιωσιμότητα του ιατρικού επαγγέλματος».
Παράλληλα, «έχουμε επισημάνει ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η “διέξοδος” των γιατρών εκτός συστήματος για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Η λύση είναι ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα που θα στέκεται στα πόδια του», υπογραμμίζει η πρόεδρος του ΙΣΑ.
Η Ελλάδα ως προορισμός ιατρικής εξειδίκευσης
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον κ. Πατούλη, η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό ανθρώπινο κεφάλαιο στον χώρο της υγείας.
«Ο ΙΣΑ επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού, με στόχο η Ελλάδα να εξελιχθεί σε έναν διεθνή προορισμό υγείας. Αυτό δεν είναι απλώς ένα αναπτυξιακό μοντέλο είναι μια στρατηγική επιλογή για να μετατρέψουμε το brain drain σε brain gain», τονίζει.
Για να επιτευχθεί αυτό, όπως υπογραμμίζεται, απαιτούνται ποιότητα υπηρεσιών, οργάνωση, συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και διατήρηση του επιστημονικού δυναμικού στη χώρα.
Ο ίδιος καταλήγει ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει χώρα υποδοχής επιστημόνων και όχι χώρα εξαγωγής. Μπορεί να μετατρέψει την απώλεια σε ευκαιρία. Όμως αυτό προϋποθέτει πολιτική βούληση, συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Οι νέοι γιατροί δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν το αυτονόητο: να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να εξελίσσονται με αξιοπρέπεια στον τόπο τους.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών θα συνεχίσει να δίνει τη μάχη προς αυτή την κατεύθυνση με στόχο ένα σύστημα υγείας που δεν θα χάνει τους ανθρώπους του, αλλά θα τους κρατά και θα τους φέρνει πίσω».