Πρωτεΐνη: Πόση χρειαζόμαστε πραγματικά;
Χρειαζόμαστε τελικά λιγότερη πρωτεΐνη απ’ όσο πιστεύουμε; Νέα ανασκόπηση εξετάζει τη σχέση της κατανάλωσής της με τη μεταβολική υγεία και τη μακροζωία.
Σκόνες, μπάρες, ροφήματα και εμπλουτισμένα δημητριακά. Η πρωτεΐνη έχει πλέον συνδεθεί έντονα με την ευεξία, με το «proteinmaxxing» να ενισχύει την άποψη ότι όσο περισσότερη καταναλώνουμε τόσο καλύτερα. Μια νέα ανασκόπηση, ωστόσο, έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την αντίληψη.
Τι δείχνει η νέα ανασκόπηση
Η μελέτη, η οποία συγκεντρώνει στοιχεία από 300 επιστημονικές εργασίες και δημοσιεύεται στο Cell Press Blue, καταλήγει σε ένα σύνθετο συμπέρασμα: παρότι οι συστάσεις για αυξημένη πρόσληψη πρωτεΐνης συχνά ενισχύονται με την ηλικία, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι ο περιορισμός της μπορεί να συμβάλλει στη μεταβολική υγεία και τη μακροζωία σε διαφορετικούς οργανισμούς.
Οι συγγραφείς ξεκαθαρίζουν ότι δεν εισηγούνται αυστηρές δίαιτες ή ανεξέλεγκτη μείωση της τροφής. Ο περιορισμός περιγράφεται ως «διατροφή με χαμηλότερη συνολική πρόσληψη, η οποία εξακολουθεί να καλύπτει τις βασικές ανάγκες του οργανισμού».
«Οι πρωτεΐνες ωφελούν τη μυϊκή ανάπτυξη και την απόκριση στην άσκηση των δραστήριων ατόμων. Ωστόσο, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν μια σχετικά καθιστική ζωή, πολλοί καταναλώνουν πιθανώς περισσότερες πρωτεΐνες από ό,τι πραγματικά χρειάζονται», δήλωσε ο Dudley Lamming, συγγραφέας της μελέτης.
Το ενδιαφέρον, πάντως, δεν αφορά μόνο την ποσότητα. Αμινοξέα όπως η μεθειονίνη, η ισολευκίνη και η βαλίνη ενδέχεται να διαδραματίζουν ξεχωριστό ρόλο στη σχέση μεταξύ διατροφής και γήρανσης. Με άλλα λόγια, σημασία έχει όχι μόνο πόση πρωτεΐνη καταναλώνουμε, αλλά και από ποια αμινοξέα αποτελείται.
Πώς επηρεάζεται ο μεταβολισμός
Σε μελέτες σε ανθρώπους και ζώα, η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης έχει συσχετιστεί με μειωμένο σωματικό βάρος και λίπος, καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου και αυξημένη ενεργειακή δαπάνη, ακόμη και όταν οι συνολικές θερμίδες δεν ήταν μειωμένες.
Ένας πιθανός μηχανισμός συνδέεται με την ορμόνη FGF21, η οποία ενεργοποιείται σε συνθήκες διατροφικού στρες, όπως η νηστεία ή η μείωση της πρωτεΐνης. Η ορμόνη φαίνεται να σχετίζεται με αλλαγές όπως η αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και η απώλεια βάρους.
Οι ερευνητές συνδέουν επίσης τον περιορισμό της πρωτεΐνης με κυτταρικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως η αυτοφαγία, δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας τα κύτταρα απομακρύνουν κατεστραμμένες πρωτεΐνες και δυσλειτουργικά οργανίδια, λειτουργώντας ως ένας εσωτερικός μηχανισμός «καθαρισμού».
Δεν αφορά όλους
Με βάση τα παραπάνω, το εύκολο συμπέρασμα θα ήταν «μειώστε την πρωτεΐνη». Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η αυξημένη πρόσληψη μπορεί να υποστηρίζει τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με άσκηση αντιστάσεων, ενώ στους ηλικιωμένους η επαρκής πρόσληψη παραμένει σημαντική για την πρόληψη της σαρκοπενίας και της ευθραυστότητας.
Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι ο περιορισμός της πρωτεΐνης δεν είναι κατάλληλος για όλους. Έγκυες, παιδιά που βρίσκονται σε ανάπτυξη, άτομα που αναρρώνουν από τραυματισμούς και ηλικιωμένοι με ήδη ανεπαρκή διατροφή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κίνδυνο έλλειψης πρωτεΐνης ή αμινοξέων.
Όσον αφορά τις συνιστώμενες ποσότητες, τόσο η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) όσο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προτείνουν πρόσληψη 0,83 g πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως. Πρόσληψη έως περίπου το διπλάσιο της συγκεκριμένης ποσότητας θεωρείται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, τα στοιχεία για τις μακροχρόνιες επιδράσεις της πολύ υψηλής κατανάλωσης παραμένουν περιορισμένα και δεν οδηγούν σε οριστικά συμπεράσματα.
Η συγκεκριμένη δημοσίευση δεν αποτελεί νέα κλινική δοκιμή, αλλά ανασκόπηση της υπάρχουσας επιστημονικής βιβλιογραφίας. Παρότι τα ευρήματα από ζωικά μοντέλα είναι ισχυρά, χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες σε ανθρώπους, ώστε να διαπιστωθεί ποια ποσότητα και ποια σύνθεση πρωτεΐνης μπορούν πραγματικά να ευνοήσουν την υγιή γήρανση χωρίς να επηρεάζεται αρνητικά η μυϊκή μάζα.
Η πρωτεΐνη δεν αποτελεί εχθρό, αλλά ούτε και μαγική λύση. Οι ανάγκες κάθε ανθρώπου διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, τη σωματική δραστηριότητα, τη μεταβολική υγεία και το συνολικό διατροφικό του προφίλ.