Πώς βίωσαν Έλληνες της Σανγκάης τον κορωνοϊό
Κατοικώ σε μια πόλη κοντά στη Σανγκάη που λέγεται Jiangyin, μια περιοχή από τις «ανεπτυγμένες» της χώρας. Αν και είναι «μικρή» σε πληθυσμό για τα μέτρα της Κίνας, -περίπου 2,5 εκ.- έχει όμως υψηλό βιοτικό επίπεδο και αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς γεγονός που τη διαφοροποιεί από τη χαοτική εικόνα της ενδοχώρας της Κίνας.
Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο κορωνοϊός στη Γουχάν (Wuhan), βρισκόμουν στην Κίνα. Αναχώρησα για την Ελλάδα κατά την Κινέζικη Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που ο νέος ιός άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Κατά την επιστροφή μου, γνωστοί και φίλοι με έβλεπαν με κάποια δικαιολογημένη επιφυλακτικότητα. Κανείς ωστόσο δεν φανταζόταν τη ραγδαία εξέλιξη και το μέγεθος του προβλήματος. Ενώ είχε προγραμματιστεί να επιστρέψουμε σε 15 μέρες, συνεργάτες στην Κίνα μας ενημέρωσαν ότι η πόλη είναι σε καραντίνα και δεν λειτουργεί τίποτε. Μας παρακάλεσαν να τους στείλουμε μάσκες, όπως και πράξαμε αλλά με δυσκολία καθώς μάσκες δεν βρίσκαμε ούτε στην Ελλάδα ενώ οι μεταφορικές εταιρείες δεν είχαν «ανταπόκριση» ειδικά σε περιοχές όπως η Γουχάν.
Στη Γουχάν είχαμε έναν συνεργάτη ο οποίος μας ενημέρωνε για την πορεία της πανδημίας και της καραντίνας, επισημαίνοντας ότι δεν αντιμετώπιζαν ελλείψεις σε τρόφιμα. Όσο αφορά στην επιστροφή μας από την Ελλάδα στην Κίνα, αναγκαστήκαμε να αναβάλουμε το ταξίδι 2-3 φορές. Μέσα Φεβρουαρίου άρχισαν να μας πιέζουν οι συνεργάτες της Κίνας για να επιστρέψουμε, λέγοντάς μας ότι δεν υπάρχει πλέον πρόβλημα στην περιοχή, ότι θα μέναμε στο ξενοδοχείο, θα μας έκαναν το τεστ και θα ήμασταν ελεύθεροι να πάμε στο σπίτι μας. Το ταξίδι της επιστροφής ξεκίνησε στις 29 Φεβρουαρίου, μέσω Πεκίνου, με China Air. Μόλις φτάσαμε στο Ελ. Βενιζέλος και καθίσαμε στην ουρά για να παραδώσουμε τις αποσκευές μας, καταλάβαμε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Οι επιβάτες – σχεδόν όλοι ήταν Κινέζοι- φορούσαν μάσκες και διατηρούσαν αποστάσεις μεταξύ τους, οι Κινέζοι υπάλληλοι της αεροπορικής εταιρείας επέβλεπαν και έκαναν παρατηρήσεις στους επιβάτες αν δεν τηρούσαν τα αναγκαία μέτρα. Σε όλο το υπόλοιπο αεροδρόμιο, η μετακίνηση των επιβατών γινόταν με το συνηθισμένο τρόπο, μάλιστα μας κοίταζαν περίεργα που φορούσαμε μάσκες.
Μέσα στο αεροπλάνο, είμασταν συνέχεια με μάσκες, οι Κινέζοι που δεν φημίζονται για την ησυχία τους, ήταν καθισμένοι σε όλη τη διάρκεια της πτήσης και σηκωνόντουσαν μόνο για την τουαλέτα, με προσοχή και χωρίς συνωστισμό. Όταν φτάσαμε στο Πεκίνο, ήρθαμε αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Ένα τεράστιο αεροδρόμιο άδειο, κλειστά καταστήματα, εκτός από ελάχιστα καφέ. Στα καφέ που λειτουργούσαν είχαν μαζέψει τα περισσότερα καθίσματα και υπήρχαν οδηγίες, ότι αν παραμένεις στο χώρο του καφέ, μπορούσες να βγάλεις τη μάσκα μόνο όταν πρέπει να φας ή να πιείς κάτι και όχι καθ’όλη τη διάρκεια. Οι έλεγχοι ήταν πολύ αυστηροί, παντού άνθρωποι του αεροδρομίου με στολές μας κατεύθυναν και μας επέβλεπαν. Το φαιδρό της υπόθεσης…Το αντισηπτικό μας υγρό (των 50 ml) κατασχέθηκε γιατί θεωρήθηκε εύφλεκτο υλικό και δεν δεχόντουσαν τη διαμαρτυρία σχετικά με την υγιεινή μας.
Στη δεύτερη πτήση για τη Σαγκάη αντιμετωπίσαμε την ίδια κατάσταση, όπως και στο αεροδρόμιο του Πεκίνου. Το αυτοκίνητο που μας πήρε από το αεροδρόμιο μας μετέφερε κατευθείαν στο ξενοδοχείο, που είχε υποδείξει η τοπική κυβερνητική αρχή. Το ξενοδοχείο ήταν μιας πολύς γνωστής αλυσίδας ξενοδοχείων Sheraton, το οποίο όμως ήταν ένα «ξενοδοχείο φάντασμα». Πριν μπούμε μέσα μας θερμομέτρησαν. Όλο το προσωπικό στην υποδοχή φορούσε μάσκα. Μας είπαν να μείνουμε στα δωμάτιά μας και να φάμε εκεί μέχρι να γίνει το τεστ. Την άλλη μέρα μας πήρε αυτοκίνητο της εταιρείας και μας πήγαν σε ένα χώρο όπου γινόταν μαζικά τεστ στους εργαζόμενους. Σε 2 μέρες μας ενημέρωσαν ότι τα τεστ ήταν αρνητικά και ότι μπορούμε να μεταφερθούμε στα σπίτια μας. Και ενώ είχαμε μαζέψει τα πράγματά μας για να επιστρέψουμε στο σπίτι μας… σταματάει ένα ασθενοφόρο έξω από το ξενοδοχείο και υποβληθήκαμε σε καραντίνα σε κινέζικο νοσοκομείο. Όπως μας εξήγησαν, ένας Έλληνας συνάδελφος που είχε ταξιδέψει 2 μέρες νωρίτερα με Aeroflot από Μόσχα, ήταν μέσα σε αεροπλάνο με Κινέζους από το Μιλάνο που επέστρεφαν και βρέθηκαν θετικοί στον ιό. Έτσι όλοι οι Έλληνες και οι Κινέζοι που είχαμε έρθει σε επαφή μαζί τους απομονωθήκαμε σε υποχρεωτική καραντίνα. Τους Κινέζους τους πήγαν σε ξενοδοχεία – καραντίνας και εμάς τους Έλληνες στο νοσοκομείο. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι οι Κινέζοι υποχρεώθηκαν να πληρώσουν το ξενοδοχείο καραντίνας και τη διατροφή τους.
Η εμπειρία θα μου μείνει αξέχαστη. Μέσα στο ασθενοφόρο ήμασταν 4 Έλληνες με τις βαλίτσες μας και όλα τα υπάρχοντά μας, στοιβαγμένοι και η σειρήνα να ουρλιάζει περνώντας μέσα από την πόλη. Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέλαβαν νοσηλευτές με στολές «αστροναύτη». Στο προαύλιο του νοσοκομείο είχε μαζευτεί το νοσηλευτικό προσωπικό και μας φωτογράφιζε – από απόσταση…
Μόλις κατεβήκαμε από το ασθενοφόρο, ήρθαν 2 νοσηλευτές και άρχισαν να μας ψεκάζουν και εμάς και τις αποσκευές μας. Στην είσοδο του νοσοκομείου είχαν μια κορδέλα που χώριζε την πρόσβαση στα 2 ασανσέρ. Το ένα χρησιμοποιούσε το νοσηλευτικό προσωπικό και το άλλο το χρησιμοποιήσαμε εμείς, όμως ένας, ένας … Μας πήγαν στον πρώτο όροφο και μας τοποθέτησαν σε δωμάτιο τον καθένα χωριστά. Μετά από δική μας παράκληση επέτρεψαν σε μένα και το σύζυγό μου να μείνουμε σε ένα δωμάτιο και σε μια συνεργάτιδα Κινέζα που ήταν έγκυος να μείνει με τον σύζυγό της.
Αμέσως μας ενημέρωσαν ότι θα μπούμε σε μια «αίθουσα συνομιλίας» (chat room), όπου θα λαμβάνουμε οδηγίες μέσω τηλεφώνου. Μέσα στην ατυχία μας… ήμασταν τυχεροί γιατί το νοσοκομείο ήταν ολοκαίνουργιο. Οπότε τα δωμάτια ήταν άνετα, καθαρά και ο εξοπλισμός (κρεβάτια, στρώματα, μαξιλάρια, παπλώματα) ήταν καινούργια. Μας πήραν πάλι δείγμα από το φάρυγγα για να κάνουν πάλι τεστ, μας μοίρασαν θερμόμετρα, και μας έβαλαν να υπογράψουμε ένα χαρτί στα κινέζικα, λέγοντάς μας ότι είναι τυπικό για να γράψουμε τα στοιχεία μας. Εκ των υστέρων, καταλάβαμε ότι είχαμε υπογράψει χαρτί που δίναμε το δικαίωμα να μας κρατήσουν για 19 μέρες καραντίνα. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα σε συγκεκριμένη ώρα, παίρναν τη θερμοκρασία μας και στέλναμε μήνυμα με τη θερμοκρασία και στα αγγλικά ότι δεν έχουμε ούτε βήχα, ούτε πονόλαιμο. Κάθε πρωί μπορούσαμε να βγάζουμε έξω τα σκουπίδια μας και περνούσε άνθρωπος και τα μάζευε. Το πρωί μας έφερναν το πρωινό, το άφηναν σε ένα τραπεζάκι έξω από την πόρτα και μας ειδοποιούσαν να το πάρουμε, αφού είχαν απομακρυνθεί οι τραπεζοκόμοι. Δεν μας επέτρεπαν να βγούμε από το δωμάτιο. Τις 2-3 πρώτες μέρες μας έφερναν κινέζικα φαγητά που δεν μπορούσαμε να φάμε. Τους παρακαλέσαμε και μας επέτρεπαν να παίρνουμε φαγητό απ’ έξω, αλλά σε ορισμένες ώρες. Τα φαγητά τα έφερναν στην πύλη του νοσοκομείου και μας τα μετέφεραν νοσοκόμοι στο δωμάτιο. Ήταν μια τραυματική εμπειρία, γιατί δεν ξέραμε τι θα γινόταν, δεν είχαμε ενημέρωση, το νοσοκομείο επειδή ήταν καινούργιο είχε πρόβλημα με τη θέρμανση. Οι άνθρωποί μας στην Ελλάδα δεν ήξεραν τίποτα. Στον ίδιο όροφο εκτός από εμάς και κάποιους Κινέζους, ήταν σε καραντίνα ένας Ινδός και ένας Ιρλανδός. Στις 10 μέρες μετά από δικές μας έντονες διαμαρτυρίες αφού είχαμε κλείσει ήδη 14 μέρες από τη μέρα που είχαμε φτάσει στην Κίνα, χωρίς να έχουμε συμπτώματα, με 2 αρνητικά τεστ, ζητήσαμε να πάμε στα σπίτια μας. Εκεί «δόθηκε» μάχη. Τελικά μας έκαναν ακόμη μια εξέταση σε αξονικό τομογράφο και εξετάσεις αίματος. Όταν βγήκαν και αυτά αρνητικά μας επέτρεψαν να φύγουμε. Εδώ θέλω να σας πω ότι όταν μας πήγαν για αξονική τομογραφία που ήταν σε άλλο κτίριο, μας έβαλαν στη σειρά με αποστάσεις, μας φόρεσαν ειδικές στολές, και τελευταίος στη σειρά ήταν ένας νοσηλευτής με ένα ψεκαστήρι που ψέκαζε εκεί που πατούσαμε με απολυμαντικό… και στην επιστροφή στο κτίριο διαμονής μας, ακολούθησε η ίδια διαδικασία.
Με τα χαρτιά του νοσοκομείο, καταφέραμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας στην Κίνα.
Τον πρώτο καιρό, η κατάσταση ήταν δύσκολη στις μετακινήσεις. Όπου πηγαίναμε μας έπαιρναν θερμοκρασία, πάντα με μάσκα. Εμάς τους ξένους, μας κοιτούσαν περίεργα. Προσπαθούσαμε να κάνουμε μόνο τις απαραίτητες μετακινήσεις. Τα τρόφιμα τα παίρναμε με παραγγελία, αλλά τα παραλαμβάναμε από την πύλη γιατί δεν επέτρεπαν στους ανθρώπους που έκαναν τις παραδόσεις να μπουν μέσα. Αν ήθελες να πας στα εμπορικά κέντρα έπρεπε να έχεις στο κινητό σου τηλέφωνο μια εφαρμογή που έγραφε τα στοιχεία σου, τη φωτογραφία σου και αν έχεις ή δεν έχεις νοσήσει. Οι εσωτερικές μετακινήσεις ήταν δύσκολες. Ειδικά αν ήθελες να βγεις εκτός της δικής σου επαρχίας. Στα διόδια γίνονταν παντού έλεγχοι. Στους σταθμούς διοδίων υπήρχαν δωμάτια με νοσηλευτικό προσωπικό που έκαναν τυχαίους ελέγχους. Σιγά σιγά τα μέτρα άρχισαν να γίνονται πιο ελαστικά. Βέβαια η εφαρμογή στο τηλέφωνο ισχύει ακόμη. Ανά πάσα στιγμή με τον ειδικό κωδικό που έχουμε στο τηλέφωνό μας ξέρουν που βρισκόμαστε και που έχουμε ταξιδέψει. Ειδικά εμάς που δεν είμαστε Κινέζοι σε κάθε μετακίνηση πρέπει να συμπληρώνουμε ειδικές φόρμες που αναφέρουμε τα στοιχεία μας, αριθμό διαβατηρίου, διεύθυνση κατοικίας, από που ήρθαμε και που πηγαίνουμε, την πτήση ή τα στοιχεία του τρένου που χρησιμοποιήσαμε, βαγόνι και θέση που καθόμασταν. Με αυτό τον τρόπο αν έχουν κάποιο θετικό περιστατικό, μπαίνει σε καραντίνα όλη η πτήση ή όλο το βαγόνι αν έχεις μετακινηθεί με τρένο. Με λεωφορείο υπεραστικό δεν έχουμε μετακινηθεί αυτό το διάστημα, αλλά πιστεύω ότι θα ισχύει το ίδιο.
Αν με ρωτήσετε ποια είναι αυτά τα μέτρα που βοήθησαν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση του ιού εδώ στην Κίνα είναι:
- Η πειθαρχία που χαρακτηρίζει γενικά τους πολίτες της Κίνας. Κανείς δεν σκέφτεται να βρει τρόπο να μην ακολουθήσει τις οδηγίες ή τις απαγορεύσεις που τους επιβάλει η κυβέρνηση, ή να μην αποδεχτεί την καραντίνα. Αυτά τα πράγματα ούτε έχουν περάσει από το μυαλό τους.
- Ο έλεγχος είναι συνεχής και ακριβής. Η τεχνολογία εδώ στην Κίνα είναι πολύ διαδεδομένη και με αυτό τον τρόπο παρακολουθούνται όλες οι μετακινήσεις. Με ειδικούς κωδικούς που πρέπει να κάνεις «σάρωση» (scanning) με το τηλέφωνο μπορείς να μπεις στις δημόσιες υπηρεσίες, στην τράπεζα, στο νοσοκομείο κλπ. Δηλαδή η κυβέρνηση ξέρει όλες τις κινήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται εντός της επικράτειάς τους. Οπότε και η ιχνηλάτηση γίνεται εφικτή.
Μαθαίνοντας για τη πορεία του κορωνοϊου στην πατρίδα μας, ανησυχούμε πολύ και αισθανόμαστε θλίψη γιατί έχουμε αφήσει πίσω τους δικούς μας ανθρώπους, τα παιδιά μας, τους γονείς μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας. Δυστυχώς θα πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή τη στιγμή ο μόνος τρόπος για να αναχαιτίσουμε αυτή την ασθένεια είναι να πειθαρχήσουμε στις οδηγίες που δίνονται, ελπίζοντας ότι θα βρεθεί σύντομα η θεραπεία.
Γράφει η Αργυρώ Παπαγεωργίου/ Επιμέλεια κειμένου, Αφροδίτη Ντάικου