Πώς η πρώιμη περιεμμηνόπαυση διπλασιάζει τις σεξουαλικές δυσκολίες
Η σεξουαλική ζωή των γυναικών στη μέση ηλικία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, καθώς η περιεμμηνόπαυση σηματοδοτεί μια περίοδο έντονων αλλαγών.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Monash, περίπου το 50% των γυναικών μέσης ηλικίας παρουσίασαν χαμηλή σεξουαλική ευεξία, ενώ τα προβλήματα επιθυμίας και διέγερσης διπλασιάζονται στις γυναίκες της πρώιμης περιεμμηνόπαυσης σε σύγκριση με την προεμμηνόπαυση.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Obstetrics, Gynaecology & Women’s Health και θεωρείται η μεγαλύτερη του είδους της, ανέλυσε τη συχνότητα εμφάνισης σεξουαλικών δυσκολιών και την ψυχολογική επιβάρυνση που βιώνουν οι γυναίκες ηλικίας 40–69 ετών.
Οι ερευνητές τόνισαν ότι η πρώιμη περιεμμηνόπαυση αποτελεί κρίσιμη περίοδο για αλλαγές στη σεξουαλική ευεξία, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις και κατευθυντήριες οδηγίες. «Η σημασία της σεξουαλικής ευεξίας για τη συνολική υγεία συχνά παραβλέπεται. Δεν μπορούμε, όμως, να υποτιμήσουμε τον αντίκτυπο που έχει η σεξουαλική υγεία, όχι μόνο στη συντροφική σχέση μιας γυναίκας, αλλά κυρίως στη γενική της ευεξία», σημειώνει η καθηγήτρια Susan Davis AO, επικεφαλής της μελέτης και διευθύντρια του Προγράμματος Έρευνας για την Υγεία των Γυναικών του Πανεπιστημίου Monash.
Μέχρι σήμερα, υπήρχε αβεβαιότητα σχετικά με τη συχνότητα της γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας και την επίδραση των σταδίων της εμμηνόπαυσης σε διαφορετικούς τομείς της σεξουαλικής λειτουργίας. Στη μελέτη συμμετείχαν 5.468 Αυστραλές γυναίκες ηλικίας 40–69 ετών, από τις οποίες 2.583 ανέφεραν προσωπική ψυχολογική επιβάρυνση συνδεόμενη με τη σεξουαλική τους ζωή.

Συγκεκριμένα, 1 στις 4 παρουσίαζε κάποια μορφή σεξουαλικής δυσλειτουργίας, ενώ 1 στις 4 ανέφερε σεξουαλική δυσφορία χωρίς σαφώς καθορισμένη δυσλειτουργία. Η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία περιλαμβάνει προβλήματα επιθυμίας, διέγερσης ή οργασμού, καθώς και μη καθορισμένες διαταραχές. Παράλληλα, συνδέεται με μειωμένη ευεξία και ποιότητα ζωής, ενώ οι γυναίκες που πλήττονται εμφανίζουν υψηλότερη πιθανότητα κατάθλιψης, συναισθηματικής έντασης και δυσκολιών στις σχέσεις, που συχνά οδηγούν ακόμη και σε διάλυση συντροφικών δεσμών.
Στα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνονται η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία (13,3%), η ελαττωμένη διέγερση (13,1%) και η αρνητική σεξουαλική αυτοεικόνα (12,8%). «Αν και η έρευνά μας έδειξε ότι η χαμηλή επιθυμία και η μειωμένη διέγερση ήταν οι πιο συχνές σεξουαλικές δυσκολίες, οι συμμετέχουσες με αρνητική σεξουαλική αυτοεικόνα εμφάνιζαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να βιώνουν έντονη ψυχολογική δυσφορία», αναφέρει η καθηγήτρια Davis.
Η Δρ. Yuanyuan Wang, πρώτη συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι ακόμη και μετά τη λήψη υπόψη παραγόντων όπως ηλικία, βάρος, ύπαρξη συντρόφου, κολπική ξηρότητα, συμπτώματα κατάθλιψης ή χρήση αντικαταθλιπτικών, τα προβλήματα στη σεξουαλική λειτουργία αυξάνονται με την ηλικία. Ωστόσο, η ψυχολογική δυσφορία φαίνεται να μειώνεται με τα χρόνια.
Η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης σεξουαλικής δυσλειτουργίας καταγράφηκε σε γυναίκες 55–59 ετών, γεγονός που υπογραμμίζει τον ρόλο της ηλικίας. Η καθηγήτρια Davis τονίζει ότι ο διπλασιασμός των περιπτώσεων προβλημάτων επιθυμίας, διέγερσης και αρνητικής αυτοεικόνας στις γυναίκες της πρώιμης περιεμμηνόπαυσης δείχνει πως αυτή η φάση είναι ιδιαίτερα ευάλωτη για την εμφάνιση δυσκολιών.
Παράλληλα, όπως προσθέτει, «οι οδηγίες για την αντιμετώπιση της γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας στην περιεμμηνόπαυση είναι πολύ περιορισμένες, ενώ οι διαθέσιμες θεραπείες αφορούν μόνο τις διαταραχές επιθυμίας και μόνο γυναίκες πριν ή μετά την εμμηνόπαυση. Είναι σαφές ότι χρειάζονται νέες οδηγίες και θεραπείες ειδικά για τις γυναίκες της περιεμμηνόπαυσης».