Το Σύνδρομο Long Covid
Γράφει ο Θάνος Δημόπουλος
Καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας-Ογκολογίας
Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ
Πρύτανης ΕΚΠΑ
H παρατεινόμενη νόσος COVID ή μακρά COVID ή long COVID είναι ένα κλινικό σύνδρομο που απασχολεί και που θα συνεχίσει να απασχολεί έντονα την παγκόσμια ιατρική κοινότητα.
Ο όρος παρατεινόμενη νόσος COVID αναφέρεται στην επιμονή συμπτωμάτων που παρατηρούνται κατά την οξεία φάση της νόσου ή που εμφανίζονται και συνεχίζονται πέραν των τεσσάρων εβδομάδων χωρίς να εξηγούνται από κάποια άλλη εναλλακτική διάγνωση. Πάνω από 230 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν βρεθεί θετικοί στον ιό SARS-CoV-2 και τουλάχιστον το 10% των προσβεβλημένων ατόμων εξακολουθεί να εμφανίζουν έντονα παρατεινόμενα συμπτώματα για περισσότερους από 6 μήνες. Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής πάνω από 660.000 κρούσματα, το οποίο σημαίνει ότι περίπου 66.000 ασθενείς θα υποφέρουν από εμμένοντα συμπτώματα μισό χρόνο μετά την αρχική νόσηση και ο αριθμός αυτός θα συνεχίζει να αυξάνει όσο αυξάνονται τα κρούσματα. Τα ερωτήματα σχετικά με τη long COVID είναι πολλά δεδομένου ότι τα παρατεινόμενα συμπτώματα αναγνωρίστηκαν πιο όψιμα σε σχέση με την οξεία λοίμωξη και οι μελέτες παρακολούθησης των ασθενών που νόσησαν βρίσκονται σε εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά η εμπειρία μας με επιδημίες από άλλους κορωνοιούς όπως ο SARS και MERS έχουν δείξει ότι τα παρατεινόμενα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν για 24 μήνες ακόμα και 3.5 χρόνια. Υπό αυτή την έννοια, η long COVID σίγουρα αποτελεί μια νέα αναδυόμενη νόσο για την οποία έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα από τις μελέτες που είναι σε εξέλιξη, από την άλλη πλευρά ο περιορισμός των κρουσμάτων με το μαζικό εμβολιασμό, μπορεί να περιορίσει δραστικά την έκταση της νόσου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Όσον αφορά την κλινική εικόνα, η long COVID μπορεί να εκδηλώνεται με συμπτώματα από όλα τα συστήματα, πρόκειται δηλαδή για ένα πολυσυστηματικό νόσημα. Η ένταση των συμπτωμάτων και το ποσοστό εμφάνισής τους ποικίλει ανάλογα με τον υπό μελέτη πληθυσμό και τη βαρύτητα της νόσησης κατά την οξεία φάση. Τα πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα της long COVID περιλαμβάνουν την κόπωση η οποία αναφέρεται στις διάφορες μελέτες σε ποσοστό 15%-87%, δύσπνοια (10%-71%), δυσφορία στο θώρακα (12%-44%), βήχας (17%-34%), ανοσμία (10%-13%). Λιγότερα συχνά σε ποσοστό κάτω από 10% αναφέρονται αρθραλγίες, μυαλγίες, κεφαλαλγία, ίλιγγος, αίσθημα ζάλης, δυσγευσία, αϋπνία, αλωπεκία, εφιδρώσεις και διαρροϊκές κενώσεις. Συχνές είναι και οι ψυχιατρικές και γνωσιακές διαταραχές όπως η μετατραυματική διαταραχή στρες (7%-24%), οι διαταραχές μνήμης (18-21%), διαταραχή συγκέντρωσης (15%), το άγχος και η κατάθλιψη (23%). Τα παρατεινόμενα συμπτώματα είναι πιο έκδηλα κατά τους πρώτους τρεις μήνες μετά την οξεία νόσηση και οι περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς αναφέρουν σημαντική έκπτωση στην ποιότητα ζωής τους λόγω των συμπτωμάτων αυτών.
Ο βαθμός ανάρρωσης από την οξεία φάση της νόσου ποικίλει. Οι περισσότεροι ασθενείς με ήπιας βαρύτητας νόσηση συνήθως αναρρώνουν ταχέως εντός δύο εβδομάδων, ενώ όσοι νόσησαν μέτρια ή βαριά και χρειάστηκαν νοσηλεία συνήθως χρειάζονται δύο εως τρεις μήνες για να αναρρώσουν. Το διάστημα ανάρρωσης είναι ακόμα μεγαλύτερο για όσους νοσηλεύτηκαν σε ΜΕΘ. Ωστόσο long COVID μπορεί να εμφανίσουν και ασθενείς με ήπια συμπτώματα που δε χρειάστηκαν νοσηλεία. Όσον αφορά τις συνοσηρότητες φαίνεται ότι τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, οι παχύσαρκοι και οι ασθενείς με υποκείμενα νοσήματα (προυπάρχουσα πνευμονική, καρδιαγγειακή, νεφρική νόσο, χρόνια νευρολογικά ή ψυχιατρικά προβλήματα) έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν παρατεινόμενη νόσο COVID.
Ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσησης κατά την οξεία φάση οι ασθενείς αξιολογούνται σε διαφορετικά διαστήματα. Οι ασθενείς που είχαν βαριά νόσηση αξιολογούνται σύντομα, μέσα σε διάστημα 3-4 εβδομάδων από την έξοδο, ενώ όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται στους 3 μήνες μετά από την οξεία φάση. Η περαιτέρω παρακολούθηση κρίνεται εξατομικευμένα με βάση το προφίλ του κάθε ασθενούς. Ο έλεγχος ρουτίνας εκτός από την κλινική εξέταση και την αξιολόγηση συμπτωμάτων που παραμένουν για περισσότερες από 4 εβδομάδες, όπως πχ η κόπωση, η δύσπνοια, ο βήχας, περιλαμβάνει και την αναζήτηση συμπτωμάτων που εντάσσονται στο σύνδρομο long COVID. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου 10% των ασθενών που χρειάστηκε νοσηλεία μπορεί να εμφανίσει όψιμα έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, στη διάρκεια 6μήνου, ενώ σε άλλοτε άλλο ποσοστό μπορεί να εμφανιστεί διαταραχή στο μεταβολικό προφίλ των ασθενών με εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη, δυσλιπιδαιμίας, ενδοκρινολογικές διαταραχές, αναιμία. Ανάλογα με τη συμπτωματολογία και τα εργαστηριακά ευρήματα οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω εξειδικευμένο έλεγχο από διαφορετικές ειδικότητες καθώς και πιο ειδικές εξετάσεις (πχ υπερηχογράφημα καρδιάς, μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, υπερηχογράφημα ήπατος κτλ). Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες οι ιατρικές ειδικότητες μπορεί να εμπλακούν στην αντιμετώπιση του ασθενούς με long COVID ενώ σημαντικός είναι ο ρόλος των επαγγελματιών υγείας που ασχολούνται με την αποκατάσταση.
ΠΗΓΗ: Έντυπο “Περί Υγείας”