Εργασία και ψυχική υγεία: Υψηλά τα επίπεδα στρες στην Ελλάδα
Η εργασία φαίνεται να επιβαρύνει σημαντικά την ψυχική υγεία των εργαζομένων στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να καταγράφει σε αρκετούς δείκτες υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με την έρευνα OSH Pulse 2025 του EU-OSHA.
Στη χώρα μας, το 49% των εργαζομένων δηλώνει ότι κατά τους τελευταίους 12 μήνες αντιμετώπισε στρες, άγχος ή κατάθλιψη που προκλήθηκαν ή επιδεινώθηκαν εξαιτίας της εργασίας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 29%.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στη συνολική κόπωση. Το 44% των εργαζομένων στην Ελλάδα αναφέρει ότι η εργασία έχει προκαλέσει ή επιδεινώσει προβλήματα κόπωσης, έναντι 37% στην ΕΕ. Παράλληλα, το 43% αναφέρει πονοκεφάλους ή καταπόνηση των ματιών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 35%.
Έντονη πίεση και αυξημένος φόρτος
Οι συνθήκες εργασίας φαίνεται να αποτελούν σημαντικό παράγοντα πίεσης. Το 57% των εργαζομένων στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει έντονη πίεση χρόνου ή υπερβολικό φόρτο εργασίας, έναντι 44% στην ΕΕ.
Παράλληλα, το 44% κάνει λόγο για έλλειψη ανταμοιβών, όπως ικανοποιητικές αποδοχές, δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης ή αναγνώριση της προσπάθειας. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 34%.
Προβλήματα στην επικοινωνία ή τη συνεργασία στον εργασιακό χώρο αναφέρει το 30% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 29% στην ΕΕ, ενώ το 23% δηλώνει ότι έχει περιορισμένη αυτονομία ή δυνατότητα να επηρεάσει τον ρυθμό και τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του. Το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι 21%.
Σημαντική είναι και η έκθεση σε περιστατικά βίας ή λεκτικής κακοποίησης από πελάτες, ασθενείς, μαθητές ή άλλα άτομα. Το ποσοστό στην Ελλάδα ανέρχεται στο 20%, έναντι 16% στην ΕΕ. Παράλληλα, το 11% αναφέρει ότι έχει υποστεί παρενόχληση ή bullying, όταν στην ΕΕ το ποσοστό φτάνει το 8%.
Δυσκολία στην έκφραση προβλημάτων ψυχικής υγείας
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν αισθάνονται πάντα ασφαλείς να συζητήσουν ζητήματα ψυχικής υγείας στον χώρο εργασίας.
Μόλις το 44% δηλώνει ότι θα αισθανόταν άνετα να μιλήσει στον προϊστάμενο ή τον εργοδότη του για την ψυχική του υγεία, έναντι 53% στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, το 23% εκτιμά ότι η αποκάλυψη ενός προβλήματος ψυχικής υγείας θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την επαγγελματική του πορεία. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 19%.
Περιορισμένα μέτρα πρόληψης
Οι διαθέσιμες δράσεις πρόληψης και υποστήριξης στους χώρους εργασίας εμφανίζονται επίσης περιορισμένες.
Μόλις το 28% των εργαζομένων στην Ελλάδα αναφέρει ότι στον χώρο εργασίας του πραγματοποιούνται δράσεις ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης ή εκπαίδευσης σχετικά με την ευεξία και τη διαχείριση του στρες. Στην ΕΕ το ποσοστό φτάνει το 53%.
Πρόσβαση σε συμβουλευτική ή ψυχολογική υποστήριξη δηλώνει ότι έχει το 26% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 40% στην ΕΕ.
Παράλληλα, το 43% αναφέρει ότι εφαρμόζονται άλλα μέτρα για τη διαχείριση του εργασιακού στρες, όπως αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, καλύτερος καθορισμός προτεραιοτήτων ή βελτίωση της επικοινωνίας. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 35%.
Η ψυχική υγεία ως ζήτημα εργασιακής ασφάλειας
Τα συγκεκριμένα δεδομένα έχουν φέρει την ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας ψηλότερα στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Το Ευρωπαϊκό Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (EESC) επισημαίνει ότι η ψυχική υγεία των εργαζομένων θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα με τη σωματική τους ασφάλεια.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει τη διαμόρφωση νέου ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η συστηματική αξιολόγηση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, ο υπερβολικός φόρτος εργασίας, η παρενόχληση και το bullying, αλλά και οι νέες πιέσεις που δημιουργούνται από την ψηφιοποίηση και την αλγοριθμική διαχείριση της εργασίας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ψυχική υγεία στον εργασιακό χώρο δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομική υπόθεση. Οι συνθήκες εργασίας, ο φόρτος, η οργάνωση και το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται κάποιος μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ευεξία του.
Με την Ελλάδα να καταγράφει σε αρκετούς δείκτες υψηλότερα ποσοστά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ανάγκη για αποτελεσματικότερη πρόληψη και προστασία της ψυχικής υγείας στους χώρους εργασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.