1. Home
  2. Επικαιρότητα
  3. Ιλαρά: Τα κενά εμβολιασμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη και ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Ιλαρά: Τα κενά εμβολιασμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη και ο κίνδυνος για την Ελλάδα

Ιλαρά: Τα κενά εμβολιασμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη και ο κίνδυνος για την Ελλάδα

0

Για περισσότερα από 25 χρόνια, οι ΗΠΑ θεωρούσαν την ιλαρά μια νόσο που είχε ουσιαστικά εξαλειφθεί. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά, με χιλιάδες νέες μολύνσεις και δεκάδες επιδημικές εξάρσεις. Πλέον, υπάρχει ο κίνδυνος η χώρα να χάσει το καθεστώς εξάλειψης της νόσου, το οποίο διατηρεί από το 2000.

Η ανησυχία εντάθηκε μετά τον πρόσφατο θάνατο ενός παιδιού στη Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέδειξε τις σοβαρές συνέπειες της αναζωπύρωσης της νόσου. Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), έως τις 29 Οκτωβρίου 2026 είχαν επιβεβαιωθεί 4.852 κρούσματα ιλαράς, έναντι 2.289 για ολόκληρο το 2025 και 285 το 2024.

Παράλληλα, έχουν καταγραφεί 43 επιδημικές εξάρσεις, οι οποίες συνδέονται με το 96% των φετινών περιστατικών. Το ίδιο ποσοστό αφορά ανεμβολίαστα άτομα ή ανθρώπους για τους οποίους δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία εμβολιασμού, αναδεικνύοντας τα κενά ανοσίας ως βασικό παράγοντα εξάπλωσης της νόσου.

Η εξέλιξη της ιλαράς στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύει τους κινδύνους που προκύπτουν όταν μειώνεται η εμβολιαστική κάλυψη και διευρύνονται τα κενά ανοσίας απέναντι σε μια ιδιαίτερα μεταδοτική νόσο. Ενδεικτικά, το ποσοστό των παιδιών που ξεκινούν το σχολείο και έχουν εμβολιαστεί με το εμβόλιο MMR (ιλαράς, παρωτίτιδας και ερυθράς) μειώθηκε από 95,2% το σχολικό έτος 2019–2020 σε 92,4% το 2025–2026. Σύμφωνα με τα CDC, η υποχώρηση αυτή αφήνει περίπου 280.000 παιδιά σχολικής ηλικίας χωρίς επαρκή προστασία.

Στην Ευρώπη

Η εικόνα στην Ευρώπη είναι διαφορετική και εδώ χρειάζεται μία σημαντική διάκριση. Τα κρούσματα έχουν υποχωρήσει σε σχέση με την προηγούμενη μεγάλη αναζωπύρωση, όμως ο ιός δεν έχει εξαφανιστεί.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), από την 1η Οκτωβρίου 2025 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 καταγράφηκαν 2.325 κρούσματα ιλαράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα περισσότερα καταγράφηκαν:
  • στην Ιταλία (651),
  • τη Βουλγαρία (589),
  • τη Ρουμανία (268),
  • την Ισπανία (218)
  • και τη Γαλλία (139).

Ωστόσο, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται πίσω από τους συνολικούς αριθμούς: Μεταξύ των ασθενών για τους οποίους ήταν γνωστά τόσο η ηλικία όσο και το ιστορικό εμβολιασμού, το 71,8% ήταν ανεμβολίαστο. Παράλληλα, το 27,8% των κρουσμάτων αφορούσε παιδιά κάτω των 5 ετών, αλλά περισσότερο από το μισό – 51,2%- άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω.

Άρα, το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των κρουσμάτων. Βρίσκεται κυρίως στα κενά ανοσίας που εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στον πληθυσμό και μπορούν να επιτρέψουν στον ιό, όταν εισαχθεί σε μία κοινότητα, να βρει πρόσφορο έδαφος για μετάδοση.

Πόσο μακριά βρίσκεται η Ελλάδα από αυτή την εικόνα;

Η τελευταία μεγάλη επιδημία ιλαράς στη χώρα μας εκδηλώθηκε το 2017–2018, όπως αναφέρει ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ). Το 2017 δηλώθηκαν 968 κρούσματα και το 2018 άλλα 2.291 – συνολικά 3.259 κρούσματα μέσα σε δύο χρόνια. Την ίδια διετία καταγράφηκαν τέσσερις θάνατοι, δύο κάθε χρόνο.

Ακολούθησε μια περίοδος σχεδόν πλήρους υποχώρησης της νόσου. Το 2021, το 2022 και το 2023 δεν δηλώθηκε κανένα κρούσμα, αν και ο ΕΟΔΥ επισημαίνει την πιθανότητα υποδήλωσης κατά την περίοδο της πανδημίας. Το 2024 καταγράφηκε μια μικρή έξαρση, ενώ το 2025 η δηλούμενη επίπτωση επέστρεψε σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Επομένως, η Ελλάδα σήμερα δεν βρίσκεται σε επιδημία ιλαράς. Αυτό όμως είναι μόνο η μία πλευρά της εικόνας.

Η ιλαρά συγκαταλέγεται στις πιο μεταδοτικές λοιμώξεις. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, μεταξύ των ατόμων που δεν έχουν ανοσία, το ποσοστό δευτερογενούς προσβολής μπορεί να φθάσει έως και το 90%, ενώ για να ανακοπεί η μετάδοση απαιτείται ανοσία στον πληθυσμό σε ποσοστό μεγαλύτερο από 95%.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των ελληνικών δεδομένων. Από τα 4.193 κρούσματα που δηλώθηκαν στην Ελλάδα την περίοδο 2004–2025, το 77% ήταν ανεμβολίαστα. Από τα περιστατικά για τα οποία υπήρχε πληροφορία σχετικά με τον αριθμό των δόσεων, τα περισσότερα είχαν λάβει μόνο μία δόση, ενώ πολύ μικρότερο ποσοστό είχε λάβει δύο.

Οι προηγούμενες ελληνικές επιδημίες δείχνουν επίσης ότι ο ιός δεν χρειάζεται έναν ολόκληρο πληθυσμό με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη για να εξαπλωθεί. Αρκούν θύλακες ατόμων χωρίς επαρκή ανοσία. Στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος των κρουσμάτων των προηγούμενων επιδημιών εντοπίστηκε σε κοινότητες Ρομά με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη, αλλά και σε ανεμβολίαστους ή ατελώς εμβολιασμένους εφήβους και ενήλικες του γενικού πληθυσμού.

Ίσως ο όρος να είναι υπερβολικός εάν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τη σημερινή επιδημιολογική κατάσταση στην Ελλάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν αυτή τη στιγμή μεγάλη έξαρση στη χώρα. Δείχνουν όμως κάτι που έχει μεγαλύτερη σημασία για την πρόληψη: Ότι η ιλαρά δεν είναι μία νόσος που μπορούμε να θεωρήσουμε οριστικά ξεχασμένη.

Η εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών αποδεικνύει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η εικόνα όταν μειώνεται η εμβολιαστική κάλυψη. Η Ευρώπη εξακολουθεί να καταγράφει χιλιάδες περιστατικά και σημαντικά κενά ανοσίας. Και η Ελλάδα έχει ήδη ζήσει τρεις επιδημίες, όπως τις χαρακτηρίζει ο ΕΟΔΥ, από το 2004 έως το 2025, με τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας να υπογραμμίζει ότι απαιτείται εντατικοποίηση των εμβολιασμών, ιδιαίτερα στις πληθυσμιακές ομάδες με χαμηλή κάλυψη και σε εφήβους και ενήλικες που δεν ολοκλήρωσαν τον εμβολιασμό τους.

Ο εμβολιασμός αποτελεί, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, το κεντρικό μέτρο πρόληψης της ιλαράς, ενώ η υψηλή εμβολιαστική κάλυψη με δύο δόσεις του MMR είναι κρίσιμη για την αποτροπή νέων εξάρσεων. Στην Ελλάδα συστήνονται δύο δόσεις, ενώ παιδιά και έφηβοι που δεν έχουν λάβει τη δεύτερη δόση πρέπει να την αναπληρώσουν το ταχύτερο δυνατό. Με δύο δόσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο ΕΟΔΥ, περίπου το 99% των εμβολιασμένων παιδιών αναπτύσσει αντισωματική απάντηση ενδεικτική ανοσίας.

 


 

Διαβάστε και ψηφιακά την έντυπη έκδοση "ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΑΣ σήμερα"

Κυκλοφορεί σε πάνω από 2.000 σημεία πανελλαδικά