Νέος τρόπος αντιμετώπισης της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
Σύμφωνα με διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες, η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ) παρουσιάζεται έως και στο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η εκδήλωση της αυξάνεται σταθερά στις νεότερες ηλικιακές ομάδες με επικρατέστερη αυτή των 30 με 39 ετών. Η καταπολέμηση της κατά βάση περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής και διατροφής, απώλεια βάρους, ή πολυετή φαρμακευτική αγωγή που σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται ανεπιτυχής, καθώς και χειρουργική αποκατάσταση (θολοπλαστική), η οποία τα τελευταία χρόνια είναι μόνο λαπαροσκοπική (επέμβαση χωρίς τομή, μέσω μικρών οπών).
Το σύστημα ελέγχου παλινδρόμησης LINX (reflux management system) συνιστά την πιο σύγχρονη μέθοδο χειρουργικής αντιμετώπισης της ΓΟΠ που γίνεται ευρέως και άμεσα αποδεκτή σε παγκόσμιο επίπεδο. Αναλυτικά, πρόκειται για ένα τύπου “δαχτυλίδι” από μικρούς σφαιρικούς μαγνήτες κατασκευασμένους από τιτάνιο, οι οποίοι κινούνται πάνω σε ένα λεπτό καλώδιο επίσης από τιτάνιο. Το σχήμα των σφαιριδίων είναι ειδικά μελετημένο για να μην προκαλεί τραυματισμούς και να αποφεύγει ερεθισμούς σε ιστούς, ενώ το τιτάνιο σχεδιάστηκε ως υποαλλεργικό υλικό, άρα ουδέτερο για τον οργανισμό.
Ο Δρ. Στέφανος Λαζαρίδης, γενικός χειρουργός, χειρουργός Παχυσαρκίας και Μεταβολισμού, εξηγεί: «Με τη μέθοδο αυτή, για πρώτη φορά η Ελλάδα είναι πλέον ανάμεσα στην περιορισμένη ομάδα χωρών με κορυφαία συστήματα υγείας παγκοσμίως, που έλαβαν άδεια χρήσης της. Πλέον το δικαίωμα εφαρμογής της χειρουργικής αυτής επέμβασης το έχει ένας εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός χειρουργών στη χώρα μας. Η μέθοδς LINX επιφέρει εντυπωσιακή βελτίωση των συμπτωμάτων και της ποιότητας ζωής, ενώ συγχρόνως ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες ενέργειες των κλασσικών χειρουργικών επεμβάσεων (Nissen, Toupet) για την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση». Η συσκευή LINX τοποθετείται με ακρίβεια γύρω από τον κατώτερο οισοφαγικό σφιγκτήρα (ΚΟΣ), ενισχύοντας τον ώστε να ανακτήσει τη φυσιολογική του λειτουργία, δηλαδή να επιτρέπει απρόσκοπτα τη δίοδο της τροφής προς το στομάχι, αντί για το αντίστροφο.
Οι εν λόγω μαγνήτες λειτουργούν λόγου χάρη σαν “λάστιχο” γύρω από τον οισοφάγο. Συγκεκριμένα, τείνουν να έλκονται μεταξύ τους και να διατηρούν τον δακτύλιο σε “κλειστή” θέση, στη μικρότερη δυνατή διάμετρο. Αντίθετα με ένα λάστιχο ή ελατήριο, στα οποία η δύναμη που απαιτείται για να “γίνει ευέλικτο” αυξάνεται όσο το “τεντώνουμε”, η μαγνητική έλξη ανάμεσα στα σφαιρίδια μειώνεται όσο μεγιστοποιείται η μεταξύ τους απόσταση που συνιστά βασική ιδιότητα για ένα λεπτεπίλεπτο σύστημα, όπως ο καρδιοοισοφαγικός σφιγκτήρας.
Ο κ. Λαζαρίδης σημειώνει σχετικά: «Όταν καταπίνουμε, ο βλωμός (μπουκιά) “ανοίγει” το σύστημα του LINX και περνάει στο στομάχι. Όλη την υπόλοιπη ώρα όμως, οι μαγνήτες πλησιάζουν ο ένας τον άλλο και κλείνουν την καρδιοοισοφαγική συμβολή, απαγορεύοντας στο περιεχόμενο του στομάχου να παλινδρομήσει στον οισοφάγο. Επίσης, η δύναμη των μαγνητών είναι ειδικά μελετημένη, έτσι ώστε η συσκευή να ανοίξει επίσης εάν υπάρχει ανάγκη απελευθέρωσης πίεσης από στομάχι (κατά τις ερυγές -ρέψιμο- ή τον εμετό)».
Δε χρειάζεται έτσι στήριξη με ραφές και επομένως το αποτέλεσμα είναι ένας λιγότερος τραυματισμός από τη θολοπλαστική. Παράλληλα, δεν κρίνονται απαραίτητα οι εκτεταμένες ανατομικές μεταβολές στην περιοχή. Εκτός του οισοφάγου, δεν επηρεάζεται κάποιο άλλο όργανο, όπως το στομάχι στη προαναφερθείσα θολοπλαστική, ενώ παρατηρούνται λιγότερες μεταβολές του πεπτικού συστήματος μετεγχειρητικά. Μετριάζεται επιπλέον το ενδεχόμενο αδυναμίας ρεψίματος ή εμετού που μπορεί να εμφανιστεί με τις κλασσικές μεθόδους. Το μήκος του συστήματος υπολογίζεται και καθορίζεται με χιλιοστά κατά τη διάρκεια της επέμβασης στο χειρουργείο, εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή, γεγονός που σημαίνει ότι δε βασίζεται ούτε εξαρτάται από εμπειρικές μετρήσεις, οι οποίες συνιστούν αδυναμίες των κλασσικών θολοπλαστικών επεμβάσεων.