Γίνεται η COVID-19 να προξενήσει διαβήτη; Όσα πρέπει να μάθουμε
Λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικούς η σχέση ανάμεσα στη νόσο της COVID- 19 και στο διαβήτη, επιφέρει ορισμένες ανησυχίες. Η λοίμωξη του κορωνοϊού φαίνεται τόσο στους γιατρούς, όσο και στους ασθενείς, αλλά και στους ερευνητές ότι δεν μοιάζει με προηγούμενους ιούς. Αυτό που κρίνεται πιο σοβαρό βέβαια είναι το ότι δημιουργεί σημαντική φλεγμονή σε όλο το σώμα, προκαλώντας θέμα όχι μόνο στο αναπνευστικό σύστημα, αλλά και σε άλλα όργανα. Πολλές έρευνες διαπιστώνουν μια ακόμη προβληματική συνέπεια της COVID-19, όπως νέα περιστατικά διαβήτη, με βάση τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH), των ΗΠΑ.
Έτσι, δύο μελέτες από το NIH που κοινοποιήθηκαν στο περιοδικό Cell Metabolism, διαβεβαιώνουν ότι «το SARS-CoV-2 μπορεί να στοχεύσει και να βλάψει τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη», γεγονός που μπορεί να καταλήξει σε διαβήτη. Πέρα από τις έρευνες του ΝΙΗ, άλλη μια από το περιοδικό Pharmacology and Therapeutics εντόπισε επίσης μια θετική συσχέτιση μεταξύ των μολύνσεων με COVID-19 και των νέων περιπτώσεων διαβήτη.
Καθώς ο ιός έχει μεταδοθεί σε 175 εκατομμύρια ανθρώπους διεθνώς, η πρόληψη από τον κορωνοϊό συνιστά πρόληψη και για λοιπές παθήσεις με τις οποίες συνδέεται. «Προφανώς, το να έχεις COVID είναι πολύ περισσότερο από το αν ζεις ή πεθαίνεις», αναφέρει ο Thomas Russo, MD, καθηγητής και επικεφαλής μολυσματικών ασθενειών στο Πανεπιστήμιο στο Buffalo της Νέας Υόρκης. «Οι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται περισσότερο όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες πιθανές συνέπειες στην υγεία από τη μόλυνση. Εάν αποκτήσετε διαβήτη, αυτό θα σας επηρεάσει για το υπόλοιπο της ζωής σας», συμπληρώνει.
«Αυτός ο άσχημος ιός μόλις έγινε πιο άσχημος», διατυπώνει ο William Schaffner, MD, ειδικός για τις μολυσματικές ασθένειες και καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Vanderbilt. «Τώρα, είμαστε πιο σίγουροι ότι αυτός ο ιός μπορεί να προσβάλει διάφορα συστήματα του οργανισμού και να προκαλέσει βλάβη». Η έρευνα όντας εν εξελίξει για τη διεύρυνση της εν λόγω συσχέτισης ανάμεσα στις λοιμώξεις εξαιτίας της COVID-19 και των νέων διαγνώσεων διαβήτη.
Όσο για το διαβήτη, αυτός αποτελεί μια ασθένεια που επέρχεται όταν η γλυκόζη στο αίμα, γνωστό και ως σάκχαρο, υπάρχει σε πολύ υψηλά επίπεδα, βάσει του Εθνικού Ινστιτούτου Διαβήτη και Πεπτικών και Νεφρικών Νόσων (NIDDK). Πρόκειται για μια κατάσταση που επιδρά γύρω σε 30,3 εκατομμύρια άτομα στις ΗΠΑ, δηλαδή περίπου το 9,4% του πληθυσμού. Η γλυκόζη στο αίμα αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας του σώματος με προέλευση τα τρόφιμα που καταναλώνουμε.
Συχνά, αυτή η γλυκόζη συνυπάρχει στα κύτταρα από ινσουλίνη, μια ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας, όπου η γλυκόζη θα τεθεί σε χρήση για ενέργεια, εξηγεί το NIDDK. Με τον διαβήτη, το σώμα ενός ατόμου δεν προσφέρει την ινσουλίνη ή δεν τη χρησιμοποιεί κανονικά. Αυτό συνεπάγεται ότι η γλυκόζη που θεωρείται ότι μεταφέρεται στα κύτταρα παραμένει στο αίμα του ατόμου και ενδέχεται να προκαλέσει μια σειρά ζητημάτων υγείας, όπως καρδιακές παθήσεις, νευρική βλάβη, οφθαλμικά προβλήματα και νεφρική νόσο.
Ο διαβήτης διακρίνεται επιπλέον σε δύο βασικές κατηγορίες: Διαβήτη τύπου 1, ο οποίος συμβαίνει όταν ο οργανισμός δεν παράγει ινσουλίνη χάρη του ότι το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται και καταστρέφει τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας, και διαβήτη τύπου 2, όταν το σώμα δεν δημιουργεί ή ασκεί επαρκώς την ινσουλίνη.
Η ανάλυση δεδομένων από 8 μελέτες που διενεργήθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα για το διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 2020, υπό εξέταση βρέθηκαν 3.711 ασθενείς με COVID-19, όπου το 14,4% άρα 492 άνθρωποι διαγνώστηκαν πρόσφατα με διαβήτη. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη έρευνα κατέδειξε μόνο μια σύνδεση μεταξύ φορέων COVID-19 και νέων διαγνώσεων διαβήτη και όχι αιτιώδους σύνδεσης.
Παρόλα αυτά, οι ειδικοί που διεξάγουν έρευνες προειδοποιούν: «Ενώ ο νεοδιαγνωσμένος διαβήτης σε ασθενείς με COVID-19 θα μπορούσε να αποδοθεί στην απόκριση στρες που σχετίζεται με σοβαρή ασθένεια ή θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η διαβητογενής επίδραση του COVID-19», έγραψαν οι ερευνητές, προσθέτοντας ότι οι ασθενείς με διαγνωσμένο διαβήτη «θα πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και να παρακολουθούνται κατάλληλα και προσεκτικά για την εμφάνιση μακροπρόθεσμου διαβήτη και άλλων καρδιομεταβολικών διαταραχών».
Σύμφωνα με το ιστολόγιο NIH, εργαστηριακές μελέτες διαπίστωσαν ότι ο ιός SARS-CoV-2 μπορεί όχι μόνο να μολύνει ανθρώπινα βήτα κύτταρα, αλλά και να αναπαραχθεί στο εσωτερικό τους, επιτρέποντας την εισβολή και σε υπόλοιπα κύτταρα. Επισημαίνεται ότι τα βήτα κύτταρα ευθύνονται για την έκκριση ινσουλίνης. Αμφότερες οι μελέτες που έλαβαν χρηματοδότηση από το NIH βρήκαν και επιβεβαίωσαν τη μόλυνση παγκρεατικών β κυττάρων σε δείγματα αυτοψίας από άτομα που κατέληξαν με COVID-19 και μια από τις μελέτες υποδηλώνει ότι ο ιός SARS-CoV-2 δύναται να συμβάλλει αρνητικά, μολύνωντας την ινσουλίνη – παραγωγή κυττάρων.
Η νέα αυτή έρευνα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι μολύνσεις από κορωνοϊό θα μπορούσαν να αλλάξουν το σύμπλεγμα κυττάρων, λεγόμενα ως νησίδες στο πάγκρεας, τα οποία περιέχουν τα βήτα κύτταρα. Ειδικά, ο ιστός του παγκρεατικού νησιού επέδειξε χαμηλότερη παραγωγή και απελευθέρωση ινσουλίνης μετά από λοίμωξη με κορωνοϊό και ορισμένες φορές η μόλυνση επέφερε το θάνατο κάποιων β-κυττάρων.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι οι δύο μελέτες που χρηματοδοτήθηκαν από το NIH έγιναν με τα μέσα της αυτοψίας σε άτομα που είχαν ήδη πεθάνει από COVID-19 για να δουν με ακρίβεια πώς μια νόσηση με τον ιό θα μπορούσε να επηρεάσει τα παγκρεατικά κύτταρα, ιδίως τα βήτα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη. Αυτό σημαίνει ότι η έρευνα μελετούσε τον τρόπο με τον οποίο η COVID-19 μεταβάλλει αυτά τα κύτταρα, διαφορετικά από ό,τι στην πραγματική διάγνωση ενός τύπου διαβήτη, συμφωνεί ο εμπειρογνώμονας για τις μολυσματικές ασθένειες Amesh A. Adalja, MD, ανώτερος μελετητής στο Johns Hopkins Center for Health Security.
«Απαιτείται πολύ περισσότερη έρευνα για να καταλάβουμε πώς ο SARS-CoV-2 φτάνει στο πάγκρεας και τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει το ανοσοποιητικό σύστημα στην επακόλουθη βλάβη», σημειώνει ο Δρ Adalja από το NIH. «Αυτές οι πληροφορίες μπορεί να οδηγήσουν τους γιατρούς να εξετάσουν πιο στενά τους ασθενείς με COVID-19», διευκρινίζει ο Δρ Schaffner. «Αυτές οι επιπτώσεις του κορωνοϊού, αποτελούν ακόμη μια υπενθύμιση για εμβολιασμό, για να προστατεύσουμε τα μέλη της οικογένειας μας, τους φίλους και τους ξένους», εξηγεί.