Κυστικής ίνωση: Διάγνωση και θεραπεία
Η κυστική ίνωση ή αλλιώς ινοκυστική νόσος είναι μια ανίατη, χρόνια και κληρονομούμενη γενετική διαταραχή στην οποία συσσωρεύεται κολλώδης βλέννα στους πνεύμονες και στο πεπτικό σύστημα. Η συχνότητα εμφάνισής της στην Ευρώπη κυμαίνεται περίπου μεταξύ 1 στα 8000 ή 1 στα 10000 άτομα και είναι συχνότερη μεταξύ των Καυκάσιων λαών. Η νόσος μπορεί να προσβάλλει σχεδόν όλα τα όργανα του οργανισμού, αλλά κυρίως το αναπνευστικό σύστημα, αυξάνοντας των κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων των πνευμόνων και προκαλώντας βήχα, δύσπνοια, παραρρινοκολπίτιδα, χρόνιες βρογχίτιδες ακόμα και αιμόπτυση. Επιπλέον, προσβάλλει το πάγκρεας όπου με την απόφραξη του παγκρεατικού και χοληφόρου πόρου παρεμποδίζεται η πέψη των τροφών, δεν γίνεται σωστά η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και είναι δυνατόν να προκληθεί παγκρεατική ανεπάρκεια, νεανικός διαβήτης είτε ακόμα και παγκρεατίτιδα. Άλλα συμπτώματα είναι το χρόνιο κοιλιακό άλγος, η χρόνια διάρροια, ο ειλεός των νεογνών, η στειρότητα κυρίως στους άνδρες, διαταραχές στην σωματική διάπλαση, οστεοπόρωση, προβλήματα στο συκώτι, καθώς και ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα άλατος στον ιδρώτα.
Αίτια
Η κυστική ίνωση κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο και οφείλεται σε απουσία, ανεπαρκή ποσότητα, είτε λειτουργική ή δομική μετάλλαξη του γονιδίου CFTR, υπεύθυνου για τη σύνθεση της αντίστοιχης CFTR πρωτεΐνης, η οποία ευθύνεται για τη μεταφορά των ιόντων χλωρίου σε επίπεδο κυτταρικής μεμβράνης. Το εν λόγω γονίδιο εντοπίζεται στο μεγάλο βραχίονα του 7ου χρωμοσώματος του ανθρώπου. Μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί πάνω από 1500 μεταλλάξεις που ευθύνονται για τη νόσο. Αξίζει να τονιστεί πως το επίπεδο εκδήλωσης της νόσου εξαρτάται σημαντικά και από την ηλικία του ασθενούς.
Διάγνωση
Το πρώτο και πιο χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο για τον εντοπισμό της νόσου είναι η εργαστηριακή εξέταση που λέγεται τεστ ιδρώτα (sweat test), στην οποία μετράται η συγκέντρωση των ιόντων χλωρίου στον ιδρώτα του ατόμου. Όταν η συγκέντρωση των ιόντων χλωρίου είναι μεγαλύτερη των 60 mmol/L τότε θεωρείται παθολογική, κάτω από 40 mmol/L θεωρείται φυσιολογική, ενώ μεταξύ 40 και 60 mmol/L θεωρείται οριακή. Η συγκεκριμένη εξέταση δεν έχει καμία διαγνωστική αξία σε νεογνά ούτε σε ασθενείς με έκζεμα ή οίδημα. Αξίζει να σημειωθεί πως για οριακές τιμές συγκεντρώσεων ιόντων χλωρίου ή για ελαφρώς αυξημένες μπορεί να ευθύνονται και άλλες παθολογικές καταστάσεις λόγου χάριν η πυρεξία και η αφυδάτωση ή κάποια θεραπευτική αγωγή που ακολουθεί ο ασθενής όπως τα διουρητικά. Επιπροσθέτως, μια σύγχρονη μέθοδος είναι ο γενετικός έλεγχος ή αλλιώς η ανάλυση του DNA, με την οποία όμως μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις πιο συνήθεις μεταλλάξεις, ενώ οι σπάνιες πιθανότατα δεν θα εντοπιστούν. Άλλα υψηλής διαγνωστικής αξίας τεστ περιλαμβάνουν τη μέτρηση των επιπέδων του ανοσοδραστικού ορού θρυψινογόνου στα πλαίσια του νεογνικού ελέγχου για κυστική ίνωση, των επιπέδων των παγκρεατικών ενζύμων στο δωδεκαδακτυλικό υγρό, της συγκέντρωσης λίπους ή ελαστάσης στα κόπρανα, της διαφοράς ρινικού δυναμικού και το σπερμοδιάγραμμα.
Μεγάλης σημασίας είναι και η διενέργεια γενετικού ελέγχου σε υποψήφιους γονείς. Ο μοριακός έλεγχος πρέπει να πραγματοποιείται είτε πριν την κύηση είτε στα αρχικά στάδια αυτής. Εάν και τα δυο μέλη του ζευγαριού αποδειχθούν φορείς τότε λαμβάνουν έγκαιρα την κατάλληλη γενετική συμβουλευτική, ώστε να επιλέξουν την ενδεδειγμένη γι’ αυτούς μέθοδο προγεννητικής διάγνωσης.
Θεραπεία
Η αντιμετώπιση των αναπνευστικών προβλημάτων είναι το πιο επίμαχο ζήτημα για τη θεραπεία της κυστικής ίνωσης. Για τη βελτίωση του πνευμονικού αερισμού και τη μείωση των βρογχικών εκκρίσεων χρειάζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς, καθώς και χορήγηση βλεννολυτικών, βρογχοδιασταλτικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Σε περιπτώσεις μολυσματικών επιπλοκών ενδείκνυται η χορήγηση εισπνεόμενων αντιβιοτικών όπως η αζιθρομυκίνη,η τομπραμυκίνη,η αζτρεονάμη και η λεβοφλοξασίνη, ενώ σε καταστάσεις καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας απαραίτητη είναι η χορήγηση διουρητικών και καρδιοτονωτικών φαρμάκων, καθώς και η οξυγονοθεραπεία.
Ακόμη, ο ασθενής πρέπει να διατρέφεται με εύπεπτη τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, ενώ ο θηλασμός των ασθενών νεογνών κρίνεται απαραίτητος. Αναφορικά με τη διατροφή, συστήνεται η πρόσληψη συμπληρωμάτων βιταμινών Α,D,E και Κ και των μετάλλων φθορίου και ψευδαργύρου.
Επιπλέον, έχει βρεθεί μια νέα κατηγορία φαρμάκων που στοχεύει στη ρύθμιση της CFTR πρωτεΐνης και είναι τα εξής:
-
Η ιβακαφτόρη, που είναι δισκίο και χορηγείται από του στόματος, βρέθηκε πως αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία για παιδιά άνω των 6 ετών που πάσχουν από σπάνια μετάλλαξη της νόσου, παρόλα αυτά είναι μια αρκετά ακριβή θεραπεία και δεν είναι αποτελεσματική για κοινές μεταλλάξεις.
-
Το Lumacaftor, το οποίο συνδυάζεται με την ιβακαφτόρη για ασθενείς ομόζυγους ως προς συγκεκριμένη μετάλλαξη της νόσου.
-
Το Orkambi, το οποίο έλαβε άδεια κυκλοφορίας που ισχύει για όλη την Ευρωπαϊκή ένωση το 2015 και χρησιμοποιείται σε ασθενείς από 2 ετών και άνω.
Αν και μετά την ανακάλυψη των φαρμάκων που ρυθμίζουν την CFTR πρωτεΐνη σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος στη θεραπεία της νόσου, ωστόσο οι σοβαρές παρενέργειες όπως στο ήπαρ, αλλά και άλλες, καθώς και το υψηλό κόστος παραμένουν ακόμη εμπόδια. Πέρα από αυτά τα φάρμακα, όμως, με τη βοήθεια τεχνικών της γενετικής μηχανικής, μπορούν να ανακαλυφθούν και νέοι μοριακοί στόχοι για την αντιμετώπιση της κυστικής ίνωσης. Μέσω σύγχρονων μοντέλων βιολογίας όπως η νανοτεχνολογία του DNA και η μεταβολομική μπορούν να μας αποκαλυφθούν νέα μονοπάτια και εν τέλει νέοι θεραπευτικοί στόχοι για την κυστική ίνωση.
Πηγή: Έντυπο «Περί Υγείας»