Κατάθεση ψυχής για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας
Γράφει η Φλώρα Καλογήρου
Η μητέρα μου είχε μια δύσκολη παιδική ηλικία. Γεννήθηκε στην Αυστρία λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο αλλά πολύ σύντομα οι γονείς της αποφάσισαν να μετοικήσουν οικογενειακώς στην Ελβετία. Σε ηλικία πέντε χρονών, η μητέρα μου αρρώστησε από φυματίωση και οι δικοί της την έβαλαν σε ένα σανατόριο για να γίνει καλά. Όσο κράτησε η περίοδος θεραπείας και ανάρρωσής της (έξι μήνες, περίπου) δεν πήγαν να τη δουν ούτε μία φορά.
Το κατάξανθο κοριτσάκι με τα ελαφρώς υγρά γαλαζοπράσινα μάτια έβλεπε τα άλλα παιδιά στα διπλανά κρεβάτια να δέχονται επισκέψεις από γονείς, συγγενείς, φίλους, ενώ για την ίδια δεν ερχόταν ποτέ κανείς, παρά μόνο ο γιατρός και οι νοσοκόμες. Για κάποιο διάστημα, που της φάνηκε αιωνιότητα, το κοριτσάκι πίστεψε ότι οι γονείς της είχαν πεθάνει και ότι είχε μείνει ολομόναχη στον κόσμο.
Ώσπου ένα πρωί ήρθαν οι γονείς της να την πάρουν.
Είχε γίνει καλά. Επέστρεψε σπίτι και θυμόταν την περίοδο αυτή μονάχα σαν ένα κακό όνειρο. Κάποια Χριστούγεννα, θα πρέπει να ήταν έξι χρονών, άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε μ΄ έκπληξη και θαυμασμό το στολισμένο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο στο σαλόνι του σπιτιού της. Για πολύ καιρό, δεν μπορούσε να δει λόγω κάποιας οφθαλμικής μόλυνσης που είχε προκαλέσει εκροή πηχτού κίτρινου πύου και τα βλέφαρά της είχαν κολλήσει και δεν άνοιγαν. Οι δικοί της δεν την είχαν πάει στον οφθαλμίατρο, κρίνοντας ότι η μόλυνση θα περάσει από μόνη της.
Η ίδια εξιστορούσε σαν θαύμα τη στιγμή που, μετά από πολλές μέρες στο σκοτάδι, άνοιξε τα μάτια της και ήταν Χριστούγεννα. Από την ηλικία των οκτώ ετών, οι γονείς της την έστελναν να τους αγοράσει μπύρες από τη συνοικιακή ταβέρνα που είχε πάντα μεθυσμένους θαμώνες. Το κορίτσι δεν ήθελε να πάει γιατί φοβόταν τους μεθυσμένους. Όμως πήγαινε, γιατί την τελευταία φορά που αρνήθηκε τσιρίζοντας, την κλείδωσαν σε μια σκοτεινή ντουλάπα ως τιμωρία μέχρι το επόμενο πρωί.
Το κορίτσι νόμισε ότι θα πεθάνει από τον τρόμο.
Και άλλα πολλά ήταν τα παθήματα της μητέρας μου και του μεγαλύτερου αδερφού της από γονείς που θεωρούσαν ότι η σωστή μέθοδος διαπαιδαγώγησης περιελάμβανε φωνές, απειλές, ξύλο και αδιαφορία.
Σε ηλικία 16 ετών έχασε τον πατέρα της από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά από δυο χρόνια, η χήρα μητέρα της πήγε να συζήσει με έναν χήρο, επίσης, και να μεγαλώσει τα δικά του παιδιά. Τότε έχασε και τον μεγαλύτερο αδερφό της, ο οποίος ένα βράδυ έπεσε από μια γέφυρα λόγω ερωτικής απογοήτευσης. Ίσως οι αιτίες, βέβαια, να ήταν πιο βαθιές και περίπλοκες. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τα έμαθα όλα αυτά από τον πατέρα μου, πολύ αργότερα, γιατί η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλάει για αυτά.
Έδωσε, πάντως, το όνομα του αδικοχαμένου αδερφού της στο τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της. Κι εγώ φέτος υιοθέτησα μια γάτα από καταφύγιο ζώων που έτυχε να έχει το ίδιο υποκοριστικό με τον θείο και τον αδερφό μου. Με τράβηξε το όνομά της. Ήθελα να φροντίσω αυτή τη γάτα, να της δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Είναι η Eddie μας.
Οι γονείς μου γνωρίστηκαν, όταν ο πατέρας μου πήγε στην Ελβετία για σπουδές. Με το που πήρε το πτυχίο του, οι δυο τους παντρεύτηκαν και ήρθαν στην Ελλάδα. Η μητέρα μου δεν δίστασε να τον ακολουθήσει και να ζήσει σε ένα μικρό τόπο, σε μια άγνωστη χώρα, σε μια άγνωστη γλώσσα. Να καθίσει σπίτι και να μεγαλώσει παιδιά σε μια κλειστή κοινωνία, παρά το γεγονός ότι ήταν μορφωμένη και μιλούσε άπταιστα τρεις ξένες γλώσσες. Η ίδια πάντα μας έλεγε πως από μικρή αγαπούσε τα παιδιά και το όνειρό της ήταν να αποκτήσει μια μεγάλη οικογένεια. Ήμασταν η επιλογή της, η πρώτη και η μοναδική. Μια ανοιξιάτικη μέρα του 1986 ο πατέρας μου αναγκάστηκε από τα γεγονότα να πάει τη μητέρα μου στον ψυχίατρο. Τα σημάδια της ψυχικής κατάρρευσής της είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται με εκρήξεις έντονης δυσπιστίας προς τους οικείους της και παραισθήσεις καταδίωξης.
Ήμουν εννέα ετών όταν συνέβη αυτό. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος ακατανόητης συμπεριφοράς εκ μέρους της, με αποκορύφωμα την εδραιωμένη πεποίθησή της ότι “οι άλλοι θέλουν το κακό μας”. Ποιοι ήταν αυτοί “οι άλλοι”; Η μητέρα μου είχε πολλές θεωρίες, διαφορετικές κάθε φορά: πότε κάποιοι γείτονες, πότε κάποιοι συγγενείς, πότε κάποιοι φίλοι μας από το σχολείο, θέλουν να μας δηλητηριάσουν. Δεν μου επέτρεπε να φέρνω τις φίλες μου στο σπίτι. Άκουγε φωνές που δεν άκουγε κανείς μας στον ίδιο χώρο. Φανταζόταν πράγματα και ανύπαρκτες καταστάσεις. Από τότε άρχισα να ακούω συχνά από συγγενείς μου, όταν αναφέρονταν στη μητέρα μου κάπως ένοχα, κάπως συνωμοτικά, οπωσδήποτε πάντως ψιθυριστά, την εξής φράση:
“Η Ρ. πάσχει από τα νεύρα της”.
΄Ήταν μεγάλο ταμπού, τότε, να περιγράψεις την ασθένεια με το όνομά της: “Παρανοϊκή ψύχωση”.
Υπήρχε ένας διάχυτος φόβος συνδεδεμένος με τις ψυχικές ασθένειες και τους “σχιζοφρενείς δολοφόνους με το πριόνι”: μια καθόλου τυχαία έκφραση, ενδεικτική της επικρατούσας αντίληψης της εποχής. Δεν υπήρχε ενημέρωση και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε κατανόηση. Σκοτάδι, μόνο, και ψίθυροι. Κλειστή κοινωνία, κλειστά μυαλά, φοβισμένα.
Ο πατέρας μας, από την άλλη, ήταν ήρεμος και καθησυχαστικός. Μεγάλη υπόθεση να έχεις έναν γονέα στο σπίτι που να φέρνει την ηρεμία, τη χαρά. Εμείς, τα παιδιά, ξέραμε πως η μαμά μας δεν ήταν “νευρικιά”, παρά το γεγονός ότι το ακούγαμε συχνά- πυκνά από κουτσομπολιά καλοθελητών. Ξέραμε, βέβαια, ότι η μαμά μας δεν ήταν ήταν καθόλου καλά. Μπορεί να μην το βλέπαμε, αλλά το νιώθαμε.
Αυτό που με στενοχωρούσε περισσότερο ως παιδί ήταν ότι η μάμι μου δεν ήταν σαν τις άλλες μαμάδες. Ήταν διαφορετική. Το αξεπέραστο εμπόδιο της ασθένειάς της δημιουργούσε ένα περιβάλλον παράλληλης πραγματικότητας. Υπήρχε πάντα η φυσιολογική και η “άλλη” πραγματικότητα.
Στον εξωτερικό κόσμο, ήμουν η άριστη μαθήτρια, η γλυκιά φίλη. Στο σπίτι, έτρεχα να κρυφτώ στα βιβλία γιατί μόνο σε εκείνα έβρισκα παρηγοριά, ένα λιμάνι ησυχίας και ασφάλειας. Σαν να ήθελα να ξεχάσω το αδυσώπητο γεγονός ότι ζούσαμε με την ύπουλη αρρώστια στο σπίτι μας, νύχτα-μέρα.
Ύπουλη, γιατί χτυπούσε βαριά και απροειδοποίητα. Δεν ξεκινούσε με έναν πονοκέφαλο, για παράδειγμα. Και το χειρότερο: ήταν ανίκητη. Η μαχόμενη, γενναία, δυνατή, έξυπνη και τρυφερή μητέρα μου άρχισε να λιώνει σιγά σιγά, ως προσωπικότητα. Ο πατέρας μου ήταν ο ακούραστος φροντιστής της κι εμείς, τα παιδιά, οι καθημερινοί αυτόπτες μάρτυρες του αγώνα του. Μεριμνούσε με αγάπη, ενδιαφέρον, επιμονή και απίστευτη υπομονή για τις τακτικές επισκέψεις της στον ψυχίατρο και την αγωγή της. Δεν ήταν πάντα σίγουρο, βέβαια, ότι η μαμά μου υπάκουε στις οδηγίες του γιατρού.
Συχνά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, η ίδια έκρυβε ή πετούσε τα χάπια ή υποκρινόταν ότι τα έπαιρνε, θεωρώντας μέσα της πως είναι μια χαρά, πως θεραπεύτηκε. Δεν ήταν, δυστυχώς, έτσι και τότε βιώναμε τις χειρότερες υποτροπές της ασθένειας. Λυπόμουν τη μητέρα μου παρά πολύ, λυπόμουν και τον πατέρα μου. Εκείνος βέβαια, δεν έδειχνε ποτέ να στεναχωριέται και η αισιόδοξη στάση του και το χαμόγελό του μας γέμιζε με τόσο κουράγιο!
Τώρα που έχω κάνει πια δική μου οικογένεια, καταλαβαίνω από πού αντλούσε την έξτρα δύναμη ο πατέρας μου. Ήταν, εκ φύσεως, ένας ευδιάθετος και τρυφερός άνθρωπος, αλλά είμαι σίγουρη πλέον ότι έκανε υπερπροσπάθεια για εμάς, τα παιδιά του. Και δεν ήταν φυσικά πάντα αυτό το χαμογελαστό προσωπείο που έδειχνε, γιατί κοντέψαμε να τον χάσουμε από καρδιά στα 50 του. Ευτυχώς, τα κατάφερε. Για άλλη μια φορά, επιζώντες. Κι εμείς και εκείνος.
Η μητέρα μου ακολούθησε ψυχιατρική αγωγή μέχρι το τέλος της ζωής της, γεγονός που της επέτρεπε να είναι λειτουργική και σε επικοινωνία με το περιβάλλον της. Υπήρχαν στιγμές, μάλιστα, που γελούσε, έκανε πλάκα, ενθουσιαζόταν κιόλας. Ένιωθα πολύ ωραία όταν την έβλεπα έτσι! Ένιωθα σαν να βίωνα ένα θαύμα. Όμως, δυστυχώς, αυτό το “θαύμα” δεν κρατούσε πολύ και η ίδια ξαναβυθιζόταν σύντομα σε μια απρόσωπη υποτονικότητα.
Το είχα πάρει πλέον απόφαση, με απέραντη θλίψη βέβαια, ότι η κατάσταση της είναι ανίατη.
Πριν χάσω τη μητέρα μου στο τέλος, την είχα χάσει και πενθήσει μέσα μου αμέτρητες φορές. Μεγάλωσα με μια βαθιά αίσθηση απώλειας.
Ένα απόγευμα, θα πρέπει να ήμουν 26 χρονών, τη βρήκα να κλαίει απαρηγόρητη. Όταν τη ρώτησα, μού είπε ότι δεν έχει τίποτα. Όταν επέμεινα ανήσυχη, μού εκμυστηρεύθηκε ότι της είναι δύσκολο να συγχωρέσει τους, νεκρούς εδώ και χρόνια, γονείς της. Μού ζήτησε συγγνώμη για όλες τις φορές που ήταν νευρική ή επιθετική προς εμάς. Δεν το ήθελε. Της απάντησα συγκινημένη πως δεν ήταν εκείνη αλλά η ασθένειά της πίσω από τη συμπεριφορά της. Πιο μικρή δεν το καταλάβαινα, αλλά τώρα, ναι.
Μού απάντησε: “Ναι, αλλά κι εγώ έκανα σε εσάς αυτό που είχαν κάνει οι γονείς μου σε μένα”. Της είπα πως όχι, καμία σχέση! Τής θύμισα όλες τις φορές που μας έπαιξε κιθάρα, μας διάβασε βιβλία, μας νανούρισε με τη γλυκιά φωνή της. Μας είχε φροντίσει στον πυρετό μας, μας είχε πλέξει πουλόβερ,ζακέτες και κασκόλ για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Της θύμισα τα Σάββατα που έψηνε λαχταριστά marble cakes, τραγανά μπισκότα βουτύρου και αφράτες μηλόπιτες και εμείς γλείφαμε τα κουτάλια μέσα από το μπωλ με ανυπομονησία. Τις αμέτρητες φορές που μού είχε πλέξει τα μαλλιά κοτσιδάκια, μας είχε ράψει καινούργια ρούχα, μας παρακολουθούσε περήφανη σε όλες τις σχολικές γιορτές μας. Μας πρόσεχε, ακόμη και όταν η θεραπευτική αγωγή τής έφερνε μια ακαταμάχητη υπνηλία. Το φαγητό δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι και η ίδια ήταν πάντα εκεί, να μας περιμένει. Λίγο πιο παθητική, αλλά εκεί. Παρούσα. Της είπα ότι δεν χρειάζεται να συγχωρέσει τους γονείς της. Το είχε ήδη κάνει με τη συμπεριφορά της. Ποτέ δεν έγινε ίδια με αυτούς. Είχε σπάσει το φαύλο κύκλο της κακομεταχείρισης. Για πάντα.
Εγώ πάντως, σαν παιδί της, δεν έβρισκα τίποτα να της συγχωρέσω, γιατί δεν την είχα καταδικάσει. Όταν ήμουν πιο μικρή, εκνευριζόμουν και θύμωνα και την έκρινα αυστηρά γιατί δεν ήταν σαν τις άλλες μαμάδες. Καμιά φορά τα παιδιά, μέσα στην άγνοιά τους, κρίνουν αυστηρά τους γονείς τους. Τώρα, όχι. Ήξερα, με ενημέρωσαν. Ο πατέρας μου. Ο ειδικός που την παρακολουθούσε επί 17 συναπτά έτη. Ρώτησα. Διάβασα. Και ξαναρώτησα. Έμαθα. Έμενε μόνο να συγχωρέσει η ίδια την ασθένειά της. Τώρα που έχω φτάσει 45 χρονών και αναλογίζομαι τα όσα συνέβησαν και όσα μάθαμε εκ των υστέρων, νομίζω ότι τα κατάφερε.
Η μητέρα μου έφυγε στα 59 της χρόνια μετά από ένα σύντομο κονταροχτύπημα με τον καρκίνο. Δεν ήμουν στο νοσοκομείο όταν έφυγε. Δεν είχα πάει ακόμη να τη δω, καθώς έμενα στο εξωτερικό και έπρεπε να κανονίσω πολλά πράγματα. Είχα τότε δύο πολύ μικρά παιδιά, τεσσάρων και ενάμισι έτους. Στο μεσοδιάστημα, μάθαινα τα νέα της από τον μπαμπά και τα αδέρφια μου, που την επισκέπτονταν σε βάρδιες στο νοσοκομείο.
Η τελευταία φορά που της μίλησα ήταν από το τηλέφωνο. Είχε διαύγεια και ενδιαφέρθηκε να μάθει για μένα και τα εγγόνια της, πώς είμαστε, πώς τα περνάμε. Χάρηκε όταν έμαθε πως είμαστε καλά. Μού είπε: “Να πηγαίνετε για μπάνιο, τώρα που κάνει ζέστη”. Ήταν Αύγουστος.
Στο τέλος της είπα, χαρούμενη που την άκουγα απροσδόκητα ομιλητική κι ευδιάθετη: “Θα έρθω σε 5 μέρες να σε δω, μάμι, τα έχω κανονίσει όλα” . Δεν απάντησε. Δεν είπε τίποτα, σαν να να χάθηκε κάπου πάλι. Έκλεισα το τηλέφωνο με μια δυσάρεστη αίσθηση εκκρεμότητας.
Κανείς δεν περίμενε ότι θα έφευγε δυο μέρες αργότερα. Οι γιατροί τής έδιναν αρκετούς μήνες ζωής. Εγώ ή ίδια πίστευα μέχρι τότε, από απελπισία, ίσως, ότι θα γίνει καλά. Ήμουν σε άρνηση. Στη συνέχεια, συνειδητοποίησα ότι όλοι μας, μπαμπάς και αδέρφια, ήμασταν σε άρνηση. Σχεδιάζαμε το γάμο του μικρότερου αδερφού μου, καθώς το θεωρούσαμε δεδομένο ότι η μητέρα μας θα είναι στην εκκλησία. Οι μελλόνυμφοι είχαν βγάλει ήδη τα προσκλητήρια. Δεν μπορούσαμε να αποδεχτούμε το γεγονός ότι η μαμά είχε ήδη μπει στο λεωφορείο για το ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Η απώλεια της μητέρας μου έπεσε σαν κεραμίδα πάνω στα κεφάλια μας.
Σοκ, έκπληξη, πανικός. Έφυγε κατά τη διάρκεια της νύχτας από πνευμονικό οίδημα που προκλήθηκε από μια αιφνίδια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Όπως μού είπε ο αδερφός μου μετά την κηδεία, μια μέρα πριν το θάνατό της η μάμι ένιωθε κι έδειχνε ανέλπιστα καλά. Είχαν πάει να την επισκεφτούν και το θέαμα τούς γέμισε ελπίδα. Ήταν πολύ κεφάτη, ζήτησε να καπνίσει κι ένα τσιγαράκι που ρούφηξε με ευχαρίστηση. Η μητέρα μου κάπνιζε μανιωδώς από νεαρή και στο νοσοκομείο της το είχαν κόψει. Πρώτη φορά οι δικοί μου την έβλεπαν τόσο ήρεμη και χαμογελαστή. Χάϊδεψε τον αδερφό μου, κοίταξε τη νύφη μου και τούς είπε: “Σας εύχομαι να είστε όλοι πάντα καλά κι ευτυχισμένοι”.
Ένα χρόνο μετά το θάνατό της, είδα τη μαμά στον ύπνο μου για πρώτη φορά από τότε που έφυγε.
Είχα πάει στο όνειρο να την επισκεφτώ. Ζούσε μόνη της σε μια άσπρη δίπατη μονοκατοικία με κόκκινα κεραμίδια, στην κορυφή ενός λόφου. Στον περίβολο του σπιτιού υπήρχαν ανθισμένα δέντρα, μαργαρίτες και βιολέτες. Χάρηκα που την ξαναέβλεπα ζωντανή, όμορφη και κεφάτη. Φαινόταν τόσο νέα! Έδειχνε όπως, ακριβώς, στις φωτογραφίες των νεανικών της χρόνων, πριν την καταβάλλει η ψυχική ασθένεια. Χαμογελούσε κι από τη χαρά έλαμπαν τα γαλαζοπράσινα μάτια της. Στεκόταν μπροστά από την ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτα που έβλεπε στον καταπράσινο κήπο. Ο ήλιος έλουζε με φως το μεγάλο δωμάτιο και έδινε λάμψη στα καλογυαλισμένα ξύλινα έπιπλα. Σε μια γωνία έστεκε ένα καβαλέτο με ένα λευκό καμβά επάνω. Τότε πρόσεξα πως στα χέρια της κρατούσε πινέλα ζωγραφικής.
“Τί κάνεις, μάμι;” “Ζωγραφίζω, Φλώρα. Αυτό κάνω όλη μέρα. Να, κοίτα, ζωγράφισα μια καρέκλα για σένα”. Και μού έδειξε μια άσπρη, ξύλινη καρέκλα που είχε στην πλάτη της ζωγραφισμένα ηλιοτρόπια. “Και αυτή εδώ, είναι για το Θ.”(το μικρότερο τότε, παιδί μου) Και μού έδειξε μια άλλη, μικρότερη καρέκλα, εξίσου όμορφα ζωγραφισμένη με κόκκινες και γαλάζιες τουλίπες.
Ξύπνησα με μια αίσθηση ελαφρότητας, ανακούφισης και ανείπωτης ευτυχίας.
Επίλογος:
Το παρόν κείμενο δεν υπονοεί, σε καμία περίπτωση, ότι τα τραύματα της παιδικής ηλικίας εξελίσσονται σε σοβαρές ψυχικές ασθένειες στην ενήλικη ζωή. Πολλές επιστημονικές έρευνες, ωστόσο, δεν αποκλείουν τη σύνδεση της εκδήλωσης ψυχικών διαταραχών με δυσάρεστες εμπειρίες του παρελθόντος που λειτουργούν ως πυροδοτητές.
Δεν αποκλείεται, επίσης, ο γενετικός και κληρονομικός παράγοντας στην εκδήλωση των ψυχικών ασθενειών. Το προϋπάρχον οικογενειακό ιστορικό ερευνάται ενδελεχώς ως ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Το πεδίο των ψυχικών ασθενειών και διαταραχών βρίσκεται υπό συνεχή έρευνα, όπως και οι θεραπευτικές αγωγές που εξελίσσονται κι αυτές με την πάροδο του χρόνου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είμαστε στο σημείο που ήμασταν πριν 40 χρόνια όταν η μητέρα μου πρωτοεκδήλωσε τα συμπτώματα της ασθένειάς της, ούτε ως ενημέρωση, ούτε ως κοινωνία, ούτε ως επιστήμη. Η συνεχής πρόοδος της επιστήμης μπορεί να δώσει ελπίδα και αισιοδοξία στους φροντιστές και στους συγγενείς των ψυχικά ασθενών πως κάποια στιγμή θα βρεθεί η θεραπεία που θα επαναφέρει το χαμένο φως, τη διαύγεια και την αντίληψη στο σκοτάδι και τη σύγχυση του αγαπημένου τους προσώπου.
Και δεν θα βλέπουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα, όπως θα θέλαμε να είναι, μονάχα στα όνειρά μας!