Πόσα χρόνια μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος;
Το ερώτημα αν υπάρχει ένα ανώτατο βιολογικό όριο στην ανθρώπινη ζωή εξακολουθεί να απασχολεί τους επιστήμονες. Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο npj Aging εξετάζει πόσο θα μπορούσε να αυξηθεί η ανθρώπινη διάρκεια ζωής, εάν στο μέλλον καταφέρουμε να περιορίσουμε τους περισσότερους γνωστούς μηχανισμούς της γήρανσης.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο, αφήνοντας ουσιαστικά ως βασικό περιορισμό τη συσσώρευση σωματικών μεταλλάξεων. Πρόκειται για αλλαγές στο DNA που εμφανίζονται φυσιολογικά όσο περνούν τα χρόνια, κατά την αντιγραφή και επιδιόρθωση του γενετικού υλικού.
Σύμφωνα με το μοντέλο, σε ιδανικές συνθήκες όπου οι περισσότεροι αναστρέψιμοι μηχανισμοί γήρανσης είχαν εξαλειφθεί, η διάμεση διάρκεια ζωής θα μπορούσε θεωρητικά να φτάσει τα 146 έως 194 χρόνια. Η εκτιμώμενη μέγιστη διάρκεια ζωής ήταν ακόμη μεγαλύτερη, από 210 έως 557 χρόνια.
Οι αριθμοί αυτοί ξεπερνούν κατά πολύ το επιβεβαιωμένο ρεκόρ των 122 ετών. Ωστόσο, παραμένουν αρκετά χαμηλότεροι από ένα θεωρητικό σενάριο πλήρους εξάλειψης της γήρανσης, στο οποίο το μοντέλο εκτιμά διάρκεια ζωής άνω των 1.700 ετών.
Οι μεταλλάξεις ως πιθανό όριο
Οι περισσότερες σωματικές μεταλλάξεις είναι ακίνδυνες. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, συσσωρεύονται και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των κυττάρων ή να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Η επίδρασή τους φαίνεται μάλιστα να διαφέρει ανάλογα με το όργανο. Ορισμένοι ιστοί ανανεώνονται συνεχώς, ενώ άλλοι διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα αναγέννησης.
Ο εγκέφαλος και η καρδιά αναδείχθηκαν ως ιδιαίτερα σημαντικοί παράγοντες. Οι νευρώνες και τα κύτταρα του καρδιακού μυός δεν αντικαθίστανται εύκολα, γεγονός που σημαίνει ότι η συσσώρευση βλαβών μπορεί να έχει μεγαλύτερες συνέπειες. Αντίθετα, όργανα με υψηλή αναγεννητική ικανότητα, όπως το ήπαρ, εμφανίζονται πιο ανθεκτικά.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η γήρανση δεν εξαρτάται από έναν μοναδικό «βιολογικό ρολόι», αλλά από την αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών μηχανισμών.
Το μοντέλο έχει περιορισμούς
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποτελούν πρόβλεψη για το πόσα χρόνια θα ζουν πραγματικά οι άνθρωποι στο μέλλον. Το μοντέλο δεν περιλαμβάνει όλους τους γνωστούς μηχανισμούς γήρανσης, όπως η δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων και η χρόνια φλεγμονή.
Παράλληλα, δεν μπορεί να προβλέψει ποιες νέες θεραπείες μπορεί να αναπτυχθούν και αν αυτές θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τη δημιουργία και συσσώρευση μεταλλάξεων.
Περισσότερα χρόνια, αλλά κυρίως καλύτερα χρόνια
Η σύγχρονη έρευνα για τη μακροζωία δεν επικεντρώνεται πλέον μόνο στο lifespan, δηλαδή στον συνολικό αριθμό των ετών ζωής, αλλά και στο healthspan: στα χρόνια που ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει με καλή σωματική και νοητική υγεία.
Μέχρι σήμερα, τα ισχυρότερα επιστημονικά δεδομένα εξακολουθούν να υποστηρίζουν απλές πρακτικές, όπως η τακτική άσκηση, η αποφυγή του καπνίσματος, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η καλή αρτηριακή πίεση και η LDL χοληστερόλη, ο επαρκής ύπνος και οι ισχυρές κοινωνικές σχέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η καρδιοαναπνευστική φυσική κατάσταση, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί μεταξύ άλλων μέσω του VO₂ max. Υψηλότερα επίπεδα φυσικής κατάστασης συνδέονται με μικρότερο κίνδυνο χρόνιων ασθενειών και πρόωρου θανάτου.
Παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον για συμπληρώματα, πεπτίδια και άλλες παρεμβάσεις αντιγήρανσης, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεραπεία που να εγγυάται μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Έτσι, η νέα μελέτη δεν δίνει έναν οριστικό αριθμό για το ανθρώπινο όριο. Αντίθετα, δείχνει πόσο σύνθετη είναι η διαδικασία της γήρανσης και υποδεικνύει ότι η σημαντική παράταση της ζωής θα απαιτήσει την αντιμετώπιση πολλών διαφορετικών βιολογικών μηχανισμών.
Το ζητούμενο, άλλωστε, δεν είναι μόνο να προσθέσουμε χρόνια στη ζωή, αλλά να προσθέσουμε περισσότερα χρόνια καλής υγείας.