Μήπως πάσχετε από το «Σύνδρομο του απατεώνα;»
Σύνδρομο του απατεώνα (επίσης γνωστό ως φαινόμενο του απατεώνα ή σύνδρομο απάτης) είναι ένας όρος που επινοήθηκε το 1978 από τις κλινικούς ψυχολόγους Dr. Pauline R. Clance και Suzanne Α. Imes και αναφέρεται σε φιλόδοξα άτομα που χαρακτηρίζονται από αδυναμία να εσωτερικεύουν τα επιτεύγματά τους και έναν επίμονο φόβο ότι θα εκτεθούν ως «απατεώνες».
Παρά τα εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία της ικανότητάς τους, εκείνοι που παρουσιάζουν το σύνδρομο παραμένουν πεπεισμένοι ότι είναι απατεώνες και δεν αξίζουν την επιτυχία. Απόδειξη της επιτυχίας απορρίπτεται ως τύχη, εκλογή του χρόνου, ή ως αποτέλεσμα της εξαπάτησης των άλλων να πιστέψουν ότι είναι πιο ευφυείς και ικανοί από ότι πιστεύουν οι ίδιοι ότι είναι. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι το σύνδρομο του απατεώνα είναι ιδιαίτερα συχνό μεταξύ των γυναικών με υψηλές επιδόσεις.
Ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Χρούσος, και ο δρ Αλέξιος-Φώτιος Μεντής των Εργαστηρίων Δημόσιας Υγείας του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ και του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας απέστειλαν στο «Science» μια ιδιαίτερα αξιόλογη μελέτη.
Σύμφωνα με τους δύο Έλληνες επιστήμονες, επειδή το εν λόγω σύνδρομο πλήττει κυρίως άτομα με υψηλά επιτεύγματα, γυναίκες και ανθρώπους από μειονότητες (φυλετικές, εθνοτικές, θρησκευτικές), συχνά σαμποτάροντας την καριέρα τους, έχει ως συνέπεια τα πανεπιστήμια και άλλοι ακαδημαϊκοί-ερευνητικοί φορείς να κινδυνεύουν από υποαντιπροσώπευση αυτών των ομάδων στο δυναμικό τους.
Για τους παραπάνω λόγους καλούν τα ιδρύματα όχι μόνο να υιοθετούν πολιτικές εισδοχής και πρόσληψης που ευνοούν την ευρύτερη δυνατή εκπροσώπηση όλων των ομάδων του πληθυσμού, αλλά επίσης να πάρουν μέτρα που θα αναγνωρίζουν και θα καταπολεμούν το πρόβλημα του «συνδρόμου του απατεώνα».
Σε ατομικό επίπεδο, το σύνδρομο αυτό, τονίζουν, μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογικό άγχος, συναισθηματικά προβλήματα και σοβαρές ψυχικές διαταραχές, όπως χρόνιο στρες με δυσφορία, αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις το σύνδρομο εκδηλώνεται ήδη από το γυμνάσιο ή το πανεπιστήμιο.
Σύμφωνα με τους κ.κ. Χρούσο και Μεντή,σε κοινωνικό επίπεδο το σύνδρομο μπορεί να εξηγεί σε ένα βαθμό τα μεγαλύτερα ποσοστά γυναικών και μειονοτικών που εγκαταλείπουν πρόωρα τα πεδία της επιστήμης, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών (STEM), κάτι που έχει παρατηρηθεί διεθνώς.
Οι Έλληνες επιστήμονες καλούν τα ΑΕΙ και άλλους φορείς να αναδείξουν το πρόβλημα, να διασφαλίσουν την πρόσβαση των πασχόντων σε ψυχολογική υποστήριξη και να υλοποιήσουν άλλες υποστηρικτικές πολιτικές. Ζητούν από τους καθηγητές, τους επικεφαλής ερευνητές και τους ομότιμους συναδέλφους να ενθαρρύνουν τους φοιτητές και τους συνεργάτες τους να εστιάσουν στα πραγματικά δεδομένα της επιστημονικής απόδοσης τους και να θέτουν ρεαλιστικές προσδοκίες.
Ταυτόχρονα υπογραμμίζουν πως πρέπει να γίνουν σε θεσμικό επίπεδο ανοιχτές συζητήσεις για το πρόβλημα, ώστε τα αισθήματα που πηγάζουν από το «σύνδρομο του απατεώνα» να έλθουν στο φως και να αντιμετωπισθούν περισσότερο ως κοινές εμπειρίες παρά ως κάτι παθολογικό. Σχετικά προγράμματα θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη και στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, διασφαλίζοντας τη μελλοντική πορεία των νέων,