Παχυσαρκία και Καρδιοπάθειες
Γράφει ο Γεράσιμος Σιάσος, Πρόεδρος Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ
Καθηγητής Καρδιολογίας, ΄Γ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η ΣΩΤΗΡΙΑ» – Από την Ομάδα Εργασίας Καρδιάς και Διαβήτη της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας
Σύμφωνα με διατυπώσεις της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης, η παχυσαρκία από μόνη της χαρακτηρίζεται ως νόσημα.
Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ως μία κατάσταση όπου έχουμε συσσώρευση παθολογικού ή υπερβάλλοντος λίπους αποτελώνταςένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την υγεία μας. Σύμφωνα δε με τις διατυπώσεις για παράδειγμα της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης (American Medical Association – ΑΜΑ) η παχυσαρκία από μόνη της χαρακτηρίζεται ως νόσημα.
Ανεξάρτητα πάντως από τον τρόπο χαρακτηρισμού της, τα άτομα με δείκτη μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m2 ορίζονται ως παχύσαρκα όσο δε αυξάνεται ο δείκτης μάζας σώματος τόσο η παχυσαρκία κατηγοριοποιείται σε μεγαλύτερο βαθμό βαρύτητας. Όσοι δε έχουν δείκτη μάζας σώματος μεταξύ 25-29.9 kg/m2χαρακτηρίζονται ως υπέρβαροι. Επιπρόσθετα δε στοιχεία για τη διάγνωση και αναγνώριση της παχυσαρκία μπορεί να μας δώσουν και άλλοι δείκτες όπως η περίμετρος της μέσης ή ο λόγος της περιμέτρου της μέσης προς τη περίμετρο στο ύψος των ισχίων.
Η παχυσαρκία, τόσο η παιδική όσο και των ενηλίκων, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των ιατρών και των συστημάτων υγείας τα τελευταία χρόνια καθώς φαίνεται να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις. Ειδικότερα από τις αναφορές του παγκόσμιου οργανισμού υγείας φαίνεται ότι πάνω από 1.9 δισεκατομμύρια ενήλικες είναι υπέρβαροι εκτιμώντας ότι το ποσοστό των υπέρβαρων μπορεί να φτάνει το 39% του παγκόσμιου πληθυσμού και των παχύσαρκων το 13%. Αλλά και το ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών από 1% το 1975 έχει αυξηθεί σε πάνω από 18% το 2016.
Το πρόβλημα της παχυσαρκίας και ειδικότερα η χρονιότητά του ήδη από την παιδική ηλικία με τις πολλαπλές δυσμενείς επιδράσεις στον οργανισμό αναμένεται τα επόμενα χρόνια να αυξήσει τόσο τα μεταβολικά νοσήματα όπως το σακχαρώδη διαβήτη αλλά και να προκαλέσει σημαντικές επιδράσεις στην καρδιαγγειακή υγεία και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Από την παχυσαρκία στα καρδιαγγειακά
Τα καρδιαγγειακά νοσήματα συνεχίζουν να αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου.
Ο λιπώδης ιστός λειτουργεί ενδοκρινικά παράγοντας ορμόνες και κυτοκίνες που καθορίζουν τα επίπεδα συστηματικής φλεγμονής με ποικίλες δυσμενείς επιδράσεις και στο καρδιαγγειακό.Με την αντίσταση δε στην ινσουλίνη και την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη οι δράσεις αυτές στο καρδιαγγειακό μπορεί να γίνουν πλέον έκδηλες.
Δεδομένα από μελέτες δείχνουν πως η παχυσαρκία σχετίζεται με αύξηση τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Η αύξηση επίσης του σωματικού βάρους συνδέεται με μείωση της προστατευτικής HDLκαι αύξηση της αθηρογόνουLDLχοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων. Φαίνεται ότι η παχυσαρκία επιδρά και στο καρδιαγγειακό με αναδιαμόρφωση της αριστερής κοιλίας και εμφάνιση διαστολικής δυσλειτουργίας ή και καρδιακής ανεπάρκειας. Χαρακτηρίζεται έτσι η παχυσαρκία ως παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας. Για κάθε δε αύξηση του δείκτη μάζας σώματος κατά 1 kg/m2η αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας ξεπερνάει το 5%. Μπορεί ακόμα να παρατηρηθούν και ηλεκτροκαρδιογραφικές διαταραχές που προδιαθέτουν σε αρρυθμία ή και κολπική μαρμαρυγή η μείωση δε του σωματικού βάρους μπορεί να μειώσει τα επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής.
Το παράδοξο της παχυσαρκίας
Παρά τις πολλαπλές βλαπτικές επιδράσεις της παχυσαρκίας έχει παρατηρηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις ατόμων που νοσούν από καρδιαγγειακά νοσήματα και που είναι είτε υπέρβαροι είτε ήπια παχυσαρκία να παρουσιάζουν καλύτερη εξέλιξη της νόσου τους σε σχέση με ελλιποβαρή άτομα. Το παράδοξο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς πρέπει όμως να τονιστεί ότι αφορά άτομα με ήδη εγκατεστημένη νόσο όταν δηλαδή η παχυσαρκία έχει επιδράσει ήδη δυσμενώς. Επίσης τα άτομα αυτά μπορεί να έχουν ενεργειακή εφεδρεία σε καταστάσεις όπως η προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια που αποτελεί μια υπερμεταβολική κατάσταση. Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε και το γεγονός ότι τα άτομα αυτά έχουν έναν βλαπτικό παράγοντα (την παχυσαρκία) που αν την αντιμετωπίσουν μπορεί να μειώσουν έναν παράγοντα κινδύνου.
Απώλεια βάρους
Η απώλεια βάρους πρέπει να αποτελεί θεραπευτικό στόχο σε όλους τους παχύσαρκους όπως επίσης και στους παχύσαρκους με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο. Η απώλεια βάρους μπορεί να μειώσει τις καρδιακές απαιτήσεις και να μειώσει τα συμπτώματα τόσο της καρδιακής ανεπάρκειας όσο και τα σχετιζόμενα με στεφανιαία νόσο ή αρρυθμιολογικάσυμβάματα. Μπορεί να βελτιώσει επίσης την αντοχή στην κόπωση και τη λειτουργική ικανότητα των πασχόντων. Ιδιαίτερα σε άτομα με εξεσημασμένη παχυσαρκία η βαριατρικήχειρουργική για τη μείωση του σωματικού βάρους μπορεί να έχει νόημα και πρέπει να εφαρμόζεται για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Τελευταία δε σε άτομα με εξεσημασμένη παχυσαρκία και ήδη εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσοέχουν πάρει ένδειξη για τη μείωση του σωματικού βάρους και των καρδιαγγειακών συμβάντων και φαρμακευτικά σκευάσματα της κατηγορίας αναλόγωντης ανθρώπινης ορμόνης «γλυκαγονόμορφο πεπτίδιο 1 (GLP-1)» σε συνδυασμό με μείωση της διαιτητικής πρόσληψης θερμίδων.
Η παχυσαρκία με τις δυσμενείς καρδιομεταβολικές της επιδράσεις αναμένεται να αποτελέσει μείζων πρόβλημα τις επόμενες δεκαετίας με αύξηση της επίπτωσης και των σχετιζόμενων καρδιακών νοσημάτων. Το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας για τον ιδιαίτερο αυτό πληθυσμό είναι σημαντικό και αναμένεται να προσφέρει θεραπευτικές επιλογές.
ΠΗΓΗ: Έντυπο “Περί Υγείας”