Πόσο επικίνδυνα είναι τα φίδια;
Γράφουν οι : Δρ Μαρία Δημάκη
Βιολόγος/ερπετολόγος, μέλος της Ελληνικής Ερπετολογικής Εταιρείας, υπεύθυνη του Τμήματος Χερσαίας Ζωολογίας του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας
Ιωάννης Ιωαννίδης, MSc,
Βιολόγος/ερπετολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ερπετολογικής Εταιρείας, μελετητής Ecostudies PC
Λιγότερο από το ένα τέταρτο των φιδιών που ζουν παγκοσμίως είναι δηλητηριώδη και σπάνια επιτίθενται στον άνθρωπο εάν δεν ενοχληθούν. Τα δηλητηριώδη φίδια διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:
1. Τα Οπισθόγλυφα, των οποίων τα δόντια που φέρουν δηλητήριο βρίσκονται στο πίσω μέρος της στοματικής κοιλότητας. Τα Οπισθόγλυφα φίδια της χώρας μας δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αφού το δηλητήριό τους δεν είναι ιδιαίτερα δραστικό και δρα κυρίως κατά την κατάποση της λείας. Στην Ελλάδα δύο είδη φιδιών ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία, το Αγιόφιδο Telescopus fallax και ο Σαπίτης Malpolon insignitus. Το Αγιόφιδο έχει μικρό στόμα και τα δηλητηριώδη δόντια τοποθετημένα πίσω, δεν φτάνουν να δαγκώσουν τον άνθρωπο, ενώ ο Σαπίτης, ο οποίος είναι μεγαλύτερος, μπορεί να προξενήσει μόνο ελαφρά συμπτώματα.
2. Τα Πρωτερόγλυφα φίδια φέρουν στο πρόσθιο άκρο των άνω γναθικών οστών δόντια με αύλακα. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν τα πιο επικίνδυνα δηλητηριώδη φίδια της οικογένειας των Ελαπιδών, όπως τα κοραλόφιδα, οι κόμπρες, οι μάμπες, κ.ά. Το δηλητήριό τους είναι κυρίως νευροτοξικό, προκαλεί δηλαδή αλλοιώσεις στο νευρικό σύστημα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αντιπρόσωποι αυτής της οικογένειας φιδιών, που απαντάται στην Αμερική, στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία.
3. Τα Σωληνόγλυφα, τα οποία διαθέτουν δύο δηλητηριώδη δόντια στο εμπρός μέρος της άνω γνάθου. Σε αυτή την ομάδα, ανήκουν οι οχιές και οι κροταλίες. Το δηλητήριό τους καταστρέφει τους ιστούς και τα ερυθρά αιμοσφαίρια (είναι κυτταροτοξικό και αιμοτοξικό). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα μόνα επικίνδυνα για τον άνθρωπο ερπετά της Ελλάδας, τα πέντε είδη οχιάς, που συνήθως δεν συνυπάρχουν γεωγραφικά. Η Κοινή Οχιά V. ammodytes, συναντάται στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας μας, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και σε πολλά νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου. Σε μερικά νησιά που βρίσκονται κοντά στα μικρασιατικά παράλια (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λέρος, Κάλυμνος, Πάτμος, Σύμη και άλλα μικρότερα), καθώς και στον ΄Εβρο και τη Σαμοθράκη συναντάται η Οθωμανική Οχιά Montivipera xanthina, στα νησιά του συμπλέγματος της Μήλου (Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγος και Σίφνος) η Οχιά της Μήλου Macrovipera schweizeri. Σε λίγες ορεινές περιοχές μεγάλου υψομέτρου απαντώνται δύο είδη, η Οχιά της Πίνδου Vipera graeca στην Πίνδο και ο Αστρίτης V. berus στη βόρεια Ελλάδα. Τα δύο τελευταία έχουν το λιγότερο τοξικό δηλητήριο.
Οι οχιές διακρίνονται από τα υπόλοιπα, ακίνδυνα ελληνικά φίδια, επειδή έχουν κοντόχοντρο σώμα και χαρακτηριστικό σχέδιο ζιγκ – ζαγκ στη ράχη. Έχουν, επίσης, συγκριτικά μεγάλο και τριγωνικό κεφάλι, καθώς εκεί βρίσκονται οι δηλητηριώδεις αδένες όπου αποθηκεύεται το δηλητήριο και μικρές φολίδες στο πάνω μέρος του κεφαλιού τους.
Όλα τα δηλητηριώδη φίδια προτιμούν να αποφεύγουν τον άνθρωπο και δαγκώνουν μόνο σαν τελευταίο μέσο άμυνας. Τα περιστατικά δαγκώματος από οχιές στη χώρα μας είναι σχετικά λίγα και τα περισσότερα εξελίσσονται ομαλά.
Σε περίπτωση δαγκώματος, η ένταση των συμπτωμάτων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του ατόμου, το σημείο δαγκώματος (τα δαγκώματα στα άκρα ή σε λιπώδη ιστό είναι λιγότερο επικίνδυνα σε σύγκριση με αυτά στον κορμό, το πρόσωπο ή σε αγγεία), το είδος και το μέγεθος της οχιάς, την ποσότητα του δηλητηρίου που ενέθηκε, κ.ά.
Χαρακτηριστικά συμπτώματα μετά από δάγκωμα οχιάς είναι το τοπικό οίδημα και ο πόνος. Σε αρκετές περιπτώσεις το οίδημα μπορεί να επεκταθεί και να συνοδεύεται από ταχυκαρδία, ναυτία, έμετους και σπασμούς. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από την εμφάνιση υπότασης, αναπνευστικής ανεπάρκειας, αιμορραγίες και τοπικές νεκρώσεις ιστών.
Μέτρα προφύλαξης και αντιμετώπισης δαγκώματος από φίδι
Αν μας δαγκώσει κάποιο φίδι, σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τι φίδι μας δάγκωσε. Οι οχιές αφήνουν δύο τρύπες σαν σημάδια, σε αντίθεση με τα άλλα φίδια που αφήνουν μια σειρά από σημάδια δοντιών σε σχήμα πετάλου.
Αν η πληγή μας πονάει και πρήζεται, τότε το πιθανότερο είναι πως έχει διοχετευθεί δηλητήριο και θα πρέπει να αναζητήσουμε ιατρική βοήθεια. Δεν χρειάζεται πανικός καθώς υπάρχει επαρκής χρόνος για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.
Κρατάμε το σημείο του δαγκώματος κάτω από το ύψος της καρδιάς και ελαχιστοποιούμε τις κινήσεις μας, ώστε να μην επιταχυνθεί η κυκλοφορία του αίματος και συνεπώς η κυκλοφορία του δηλητηρίου. Για τον ίδιο λόγο είναι πολύ σημαντικό να παραμένουμε ήρεμοι.
Μπορούμε να ξεπλύνουμε το σημείο που μας δάγκωσε με άφθονο νερό και αντισηπτικό διάλυμα.
Το να κόψουμε ή να ρουφήξουμε την πληγή μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση. Ακόμα και το δέσιμο πάνω από το σημείο δαγκώματος δεν συνιστάται καθώς μπορεί να προκαλέσει γάγγραινα αν δεν εφαρμοστεί σωστά.
Απόφαση των γιατρών είναι εάν θα χορηγήσουν αντιισταμινικά, αντιτετανικό ορό και κορτιζόνη ή θα χορηγήσουν αντιοφικό ορό, καθώς αυτό συνιστάται μόνο στις σοβαρές περιπτώσεις.
Για να αποφύγουμε τα δαγκώματα φιδιών δεν θα πρέπει να κυκλοφορούμε με ανοιχτά παπούτσια στην εξοχή, σε περιοχές όπου η βλάστηση μας ελαττώνει την ορατότητα. Επίσης πρέπει να προσέχουμε πού βάζουμε τα χέρια μας, ειδικά κοντά σε πέτρες ή μέσα σε βλάστηση. Σε καμία περίπτωση δεν πλησιάζουμε ή προσπαθούμε να πιάσουμε φίδι όταν το εντοπίσουμε.