Πώς έχει επηρεάσει η πανδημία την ανθεκτικότητα των μικροβίων στα αντιβιοτικά;
Από τις σοβαρότερες απειλές της δημόσιας υγείας είναι τα μικρόβια που έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά.
Τα αντιβιοτικά είναι φάρμακα που έχουν σχεδιαστεί για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από βακτήρια (για παράδειγμα, δερματικές λοιμώξεις). Δεν δρουν σε λοιμώξεις που προκαλούνται από άλλα μικρόβια, όπως ιούς (συμπεριλαμβανομένου της COVID και της γρίπης) ή μύκητες.
Τα βακτήρια υπάρχουν εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια και είναι πολύ ικανά στην επιβίωση. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν τα αντιβιοτικά εισήχθησαν ως φάρμακα για την καταπολέμηση των λοιμώξεων, τα βακτήρια έχουν αναπτύξει διάφορους τρόπους για να προστατευτούν και να αποφύγουν την εξόντωσή τους. Όταν γίνεται κακή ή υπερβολική χρήση αντιβιοτικών, δημιουργούνται περισσότερες ευκαιρίες για τα βακτήρια να αναπτύξουν και να βελτιώσουν την προστασία τους. Αυτό συμβάλλει σε ένα πρόβλημα που ονομάζεται αντίσταση στα αντιβιοτικά ή μικροβιακή ανθεκτικότητα, όπου τα βακτήρια εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, έτσι ώστε τα αντιβιοτικά να μην δρουν πλέον εναντίον τους.
Αλλά πώς έχει επηρεάσει η πανδημία COVID τη χρήση αντιβιοτικών και το πρόβλημα της αντοχής στα αντιβιοτικά; Μια πρόσφατη μελέτη που ανέλυσε δεδομένα πωλήσεων φαρμακευτικών προϊόντων από 71 χώρες υποδηλώνει ότι όσο αυξάνονταν τα κρούσματα COVID, τόσο αυξάνονταν οι πωλήσεις αντιβιοτικών. Οι ερευνητές εξέτασαν τις πωλήσεις τεσσάρων οικογενειών αντιβιοτικών που συνήθως συνταγογραφούνται σε λοιμώξεις του αναπνευστικού (κεφαλοσπορίνες, πενικιλίνες, μακρολίδες και τετρακυκλίνες) από τον Μάρτιο του 2020 έως τον Μάιο του 2022. Πήραν δεδομένα μηνιαίων πωλήσεων για αυτά τα αντιβιοτικά ανά 1.000 άτομα και από μια ξεχωριστή βάση δεδομένων και συγκέντρωσαν επίσης δεδομένα για τις λοιμώξεις από COVID. Για τη σύγκριση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τις παγκόσμιες τάσεις των πωλήσεων αντιβιοτικών από το 2018.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως διαπίστωσαν ότι οι πωλήσεις αντιβιοτικών μειώθηκαν απότομα τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2020. Αυτή η πτώση ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα της εξάπλωσης λιγότερων λοιμώξεων ενώ οι άνθρωποι βρίσκονταν υπό αυστηρά μέτρα καραντίνας και ίσως ορισμένοι άνθρωποι απέφευγαν την υγειονομική περίθαλψη. Ωστόσο, οι πωλήσεις αντιβιοτικών αυξήθηκαν σταδιακά στη συνέχεια. Η αναζωπύρωση των αναπνευστικών ιογενών λοιμώξεων εκτός της COVID με τη χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να συνέβαλε στην αύξηση των πωλήσεων των αντιβιοτικών από το 2021 και μετά. Μέχρι τον Μάιο του 2022, οι πωλήσεις είχαν επιστρέψει λίγο κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Χρησιμοποιώντας στατιστικά μοντέλα, οι ερευνητές βρήκαν μια συσχέτιση μεταξύ της αύξησης των ποσοστών COVID και των υψηλότερων πωλήσεων αντιβιοτικών.
COVID και αντιβιοτικά
Η έρευνα έχει εντοπίσει προηγουμένως εποχικές αιχμές στη χρήση αντιβιοτικών που συσχετίζονται με την εποχή των χειμερινών ιών. Αυτό είναι ανησυχητικό γιατί τα αντιβιοτικά έχουν σχεδιαστεί για να στοχεύουν τα βακτήρια και δεν έχουν καμία επίδραση σε ιούς όπως εκείνοι που προκαλούν κρυολόγημα ή γρίπη.
Πολλές συνταγές αντιβιοτικών σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ακατάλληλες. Ωστόσο, η διάκριση της ιογενούς από τη βακτηριακή λοίμωξη μπορεί να είναι δύσκολη κλινικά, ειδικά στα αρχικά στάδια της μόλυνσης. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί μερικές φορές οι ασθενείς αρχίζουν να λαμβάνουν αντιβιοτικά ενώ περιμένουν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων.
Στις αρχές της πανδημίας της νόσου COVID, η συνταγογράφηση αντιβιοτικών βασίστηκε πιθανώς σε προηγούμενη εμπειρία με τη γρίπη, όπου τα ποσοστά δευτερογενούς βακτηριακής λοίμωξης είχαν αναφερθεί ότι ήταν έως και 65%. Αλλά καθώς η πανδημία προχωρούσε, τα δεδομένα έδειξαν ότι η βακτηριακή συνλοίμωξη στην COVID ήταν μικρότερη από 10%. Δημοσιεύτηκαν ειδικές οδηγίες συνταγογράφησης αντιβιοτικών για ασθενείς με COVID.
Ωστόσο, παρά τις αυξανόμενες ενδείξεις ότι η βακτηριακή συνλοίμωξη στην COVID είναι χαμηλή, η έρευνα έχει δείξει ότι η συνταγογράφηση αντιβιοτικών μεταξύ των ασθενών με COVID έχει παραμείνει υψηλή. Αυτή η τελευταία μελέτη παρέχει περαιτέρω στοιχεία ότι τα αντιβιοτικά συνταγογραφούνται συχνά σε ασθενείς με COVID.
Ο μύκητας Candida auris
Δεν έχουν γίνει ανθεκτικά μόνο τα βακτήρια αλλά και οι μύκητες. Ο μύκητας Candida auris εξαπλώθηκε εντυπωσιακά στα χρόνια της πανδημίας στις ΗΠΑ και η θνησιμότητα που προκαλεί υπολογίζεται στο 50% των μολύνσεων.
Ο Candida auris (εν συντομία C. auris) είναι ένας μύκητας τύπου ζύμης αλλά έχει πολλαπλές διεθνείς προειδοποιήσεις για την επικινδυνότητά του. Ενώ οι περισσότερες λοιμώξεις που προκαλεί θεραπεύονται με τη χρήση αντιμυκητιακών φαρμάκων γνωστών ως εχινοκανδίνες, οι επιστήμονες ανησυχούν από την αύξηση του αριθμού των περιπτώσεων που είναι πολύ ανθεκτικές στις τρεις κύριες κατηγορίες αντιμυκητιακών που είναι σήμερα διαθέσιμες. Οι γιατροί πρέπει να συνδυάσουν πολλούς τύπους φαρμάκων, σε υψηλές δόσεις, για να θεραπεύσουν τους ασθενείς, με άγνωστο βαθμό επιτυχίας κάθε φορά.
Είναι ασυνήθιστο για μια μυκητιασική λοίμωξη να μεταδίδεται από άτομο σε άτομο, αλλά αυτό συμβαίνει με τον C. auris. Συνήθως, η μόλυνση συμβαίνει αφότου ένας ασθενής έχει κλείσει αρκετές εβδομάδες νοσηλείας. Τελικά, ο μύκητας μπορεί να να εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος προκαλώντας σηψαιμία ή σε πληγές, όπου μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις. Αυτό μπορεί να σκοτώσει τον ασθενή, εάν το ανοσοποιητικό του σύστημα έχει ήδη αποδυναμωθεί.
ΠΗΓΗ: Έντυπο “Περί Υγείας”