Σύσταση εμβολιασμού σε ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα
Η ρευματολόγος, Διευθύντρια Κλινικής Αυτοάνοσων Ρευματικών Παθήσεων του Μetropolitan General Ελένη Κομνηνού απαντά σε ζητήματα που σχετίζονται με τον εμβολιασμό ασθενών που φέρουν αυτοάνοσα νοσήματα, αλλά και την ενδεχόμενη αυτοάνοση αντίδραση σε ένα εμβόλιο ή και μία αυτοάνοση νόσο. Τα λεγόμενα ανοσοενισχυτικά (adjuvants) μπορούν να ενεργοποιήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα με ένα “μη – ειδικό τρόπο”, ιδίως σε ορισμένους ανθρώπους επιρρεπείς στη διαμόρφωση αυτοανοσίας. Ειδικότερα, το γνωστό ως ASIA Syndrome (Autoimmune Syndrome Induced by Adjuvants), το οποίο είναι ένα νέο σύνδρομο που αφορά διάφορες καταστάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τη διαρκή διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος από ουσίες που μπορεί να έχουν τη δράση ανοσοενισχυτικών (adjuvants).
Όσον αφορά στα αυτοάνοσα νοσήματα, o οργανισμός γενικά αναγνωρίζει ως ξένα κάποια δικά του κύτταρα και στρέφεται εναντίον τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, χορηγούνται φάρμακα, τα οποία τροποποιούν αντί να καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η δράση του κατά των ίδιων του των κυττάρων, και λόγω αυτού παίρνουν το όνομα “ανοσοτροποποιητικά φάρμακα”.
Οι ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα είναι χρήσιμο να εμβολιαστούν όπως ορίζουν οι εθνικές οδηγίες, εκτός από το εμβόλιο για την πολιομυελίτιδα έναντι των εμβολίων για τη γρίπη, τον πνευμονιόκοκο, τον έρπητα ζωστήρα, και την ηπατίτιδα Β (HBV). Σχετικά με τον SARS-CoV-2, τα εμβόλια επιτρέπουν στον οργανισμό, ύστερα από λίγες βδομάδες, την παραγωγή Τ-λεμφοκυττάρων και Β-λεμφοκυττάρων. Ως εκ τούτου, το σώμα βασίζεται στο ανοσοποιητικό σύστημα, με τη συμβολή των Τ-λεμφοκυττάρων μνήμης (Τ-memory Cells) όπως και των Β-λεμφοκυττάρων που θα θυμούνται πώς να αντιμετωπίσουν τον ιό μελλοντικά, όντας υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων προστασίας απέναντι σε πιθανή μόλυνση.
Υπάρχουν ωστόσο, κάποιοι προβληματισμοί για τον εμβολιασμό ασθενών με αυτοάνοσα νοσήματα, οι οποίοι συνοψίζονται ακολούθως. Μέχρι στιγμής δεν υφίστανται επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφορία για το αν ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν επαρκή ανοσία κατά του ιού SARS-CoV-2 με τα υπάρχοντα εμβόλια. Επίσης, δεν είναι ακόμα γνωστό εάν τα εμβόλια δύνανται να οδηγήσουν σε έξαρση, για παράδειγμα, της υποκείμενης αυτοάνοσης ρευματικής νόσου. Βέβαια, διάφορες μελέτες κατέγραψαν ότι ασθενείς με αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα, και με υπό βιολογική θεραπεία, νοσούν πιο ήπια με COVID-19 (Lancet Rheum 2020:2e 549-56).
Κοινοί παθογενετικοί μηχανισμοί και κλινικές-ανοσολογικές πτυχές ανάμεσα σε αυτοάνοσες ασθένειες και το εμβόλιο έναντι της πανδημίας COVID-19 είναι ικανά να εννοήσουν ότι ο SARS-CoV-2 θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας ενεργοποίησης για την ανάπτυξη μιας ραγδαίας αυτοάνοσης αντίδρασης, αντίστοιχης με αυτοάνοσο νόσημα, σε γενετικά προδιαθετημένα άτομα. Συνεπώς, οι ενήλικες ασθενείς με αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις είναι προτιμότερο να εμβολιαστούν μόνο εάν η νόσος είναι σε πλήρη ύφεση, και κυρίως έπειτα από επικοινωνία με τον ρευματολόγο τους, με εξαίρεση αν υπάρχει ιστορικό σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης που πρέπει τότε να εκτιμηθεί και από αλλεργιολόγο.
Ολοκληρώνοντας, η ίδια η κ. Κομνηνού υπογραμμίζει: «Θεωρώ ότι μέχρις ότου αποκτήσουμε πληρέστερη επιστημονική γνώση, θα πρέπει να τονίζουμε στους ασθενείς μας με αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα, να τηρούν αυστηρά και ευλαβικά τα μέτρα προσωπικής υγιεινής, να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό, να κρατούν τις αποστάσεις και να φορούν προστατευτική μάσκα. Οι Επιστημονικές Κοινότητες, το Τμήμα και η Κλινική μας θα συνεχίσουν την επαγρύπνηση και ενημέρωση για οτιδήποτε νεότερο προκύπτει».