Τι γνωρίζουμε για τη νόσο Lyme;
Γράφει ο Ευάγγελος Φραγκούλης, MD, MSc Γενικός Ιατρός, Αναπληρωτής Αρχίατρος του ΕΔΟΕΑΠ
Η μπορρελίωση ή νόσος Lyme είναι μία λοίμωξη που οφείλεται στο βακτήριο Borrelia και μεταδίδεται με το τσίμπημα μολυσμένου τσιμπουριού.
Είναι πιο διαδεδομένη σε εύκρατες περιοχές της Ευρώπης, Βόρειας Αμερικής και Ασίας. Στην Ελλάδα, η νόσος Lyme δεν επιτηρούνταν μέχρι πρότινος σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, πλέον πρόσφατα συμπεριλήφθηκε στον αναδιαμορφωμένο κατάλογο των υποχρεωτικώς δηλούμενων νοσημάτων στη χώρα (ΦΕΚ 1665/7-4-2022). Τα τελευταία έτη, έχουν γίνει αναφορές από εργαστήρια μεμονωμένων περιστατικών νόσου Lyme σε κατοίκους της χώρας. Ως εκ τούτου, φαίνεται να υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά υπο-διαγιγνώσκεται και η επιδημιολογική της εικόνα δεν είναι εν πολλοίς γνωστή.
Μετάδοση
Η μετάδοση της Borrelia στον άνθρωπο συμβαίνει μέσω τσιμπήματος από μολυσμένο τσιμπούρι. Ο κίνδυνος μετάδοσης της Borrelia από έναν μολυσμένο τσιμπούρι που έχει προσκολληθεί στο ανθρώπινο δέρμα αυξάνεται όσο περισσότερο διαρκεί η προσκόλληση (και το γεύμα αίματος) του τσιμπουριού, γι’ αυτό είναι σημαντική η γρήγορη αφαίρεση του τσιμπουριού από το σώμα κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών.
Εκδηλώσεις
Η λοίμωξη από Borrelia μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Η συμπτωματική λοίμωξη έχει ευρύ φάσμα συμπτωμάτων και εκδηλώσεων, ανάλογα με το στάδιο της λοίμωξης και διακρίνονται σε:
Πρώιμες εκδηλώσεις (2-30 ημέρες): Το μεταναστευτικό ερύθημα, το πρώιμο δερματικό εξάνθημα της εντοπισμένης λοίμωξης, εμφανίζεται στο 70-80% των περιστατικών. Είναι ένα ερυθηματώδες εξάνθημα που εξαπλώνεται σταδιακά περιφερικά, από το σημείο του τσιμπήματος, χωρίς να είναι σημαντικά επηρμένο ή επώδυνο. Εμφανίζεται εντός 2-30 ημερών μετά το τσίμπημα (μ.ο. εντός 7 ημερών) και μπορεί να φτάσει σε διάμετρο έως και 30 εκατοστά. Διαρκεί συνήθως αρκετές εβδομάδες. Μερικές φορές εμφανίζει εικόνα στόχου, δηλαδή εξαπλώνεται αφήνοντας «καθαρό» το κέντρο.
Μερικοί ασθενείς μπορεί, επίσης, να έχουν εικόνα συστηματικής «γριπώδους συνδρομής» (αλλά χωρίς σημαντικά αναπνευστικά συμπτώματα), με πυρετό, ρίγος, κεφαλαλγία, κόπωση, αρθραλγίες, μυαλγίες και διογκωμένους λεμφαδένες, που μπορεί να εκδηλωθούν ακόμη και χωρίς εξάνθημα.
Όψιμες εκδηλώσεις (ημέρες- μήνες): Εάν δεν θεραπευτεί, η λοίμωξη μπορεί να διασπαρεί και να προσβάλλει το νευρικό σύστημα (10% των περιστατικών), τις αρθρώσεις και την καρδιά (σπάνια).
Μπορεί να εμφανιστεί οξεία νευρομπορρελίωση, με πάρεση προσωπικού νεύρου- παράλυση μυών του προσώπου, μηνιγγίτιδα, ριζονευρίτιδα. Συνήθως εμφανίζεται μέσα στις πρώτες 6-12 εβδομάδες. Η μηνιγγοεγκεφαλίτιδα είναι λιγότερο συχνή και εμφανίζεται με έντονη κεφαλαλγία και αυχενική δυσκαμψία. Περιστασιακά αναπτύσσεται αργά εξελισσόμενη ριζοπάθεια με πόνο με κατανομή ρίζας νεύρου, σε περίοδο μηνών, κυρίως σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Άλλες ασυνήθιστες εκδηλώσεις γενικευμένης λοίμωξης περιλαμβάνουν: πολλαπλό μεταναστευτικό ερύθημα, διαλείπουσα αρθρίτιδα και καρδίτιδα, που μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες καρδιακού ρυθμού. Η αρθρίτιδα Lyme συνήθως προσβάλλει μία μεγάλη άρθρωση, συνήθως του γόνατος. Όλες οι εκδηλώσεις προκαλούνται από ενεργό λοίμωξη που ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική αγωγή, αλλά η ανάρρωση μπορεί να είναι ανεπαρκής ανάλογα με το βαθμό της υποκείμενης ιστικής βλάβης πριν τη θεραπεία.
Διάγνωση
Η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση των λοιμώξεων αυτών μειώνει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών. Ως εκ τούτου, τα νοσήματα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφορική διάγνωση σε άτομα που έχουν συμβατά συμπτώματα ή κλινικά σημεία, ιδίως εάν αναφέρουν τσίμπημα τσιμπουριού ή εάν έχουν αυξημένη πιθανότητα να έχουν εκτεθεί σε τσιμπούρια. Επισημαίνουμε ότι το τσίμπημα συχνά δεν γίνεται αντιληπτό από τον ασθενή και γι’ αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον έλεγχο ασθενών για νόσο Lyme.
Ύποπτα περιστατικά των νοσημάτων αυτών θεωρούνται περιστατικά με συμβατή κλινική εικόνα, ιδίως όταν αναφέρεται πρόσφατη πιθανή έκθεση σε τσιμπούρια, ιστορικό τσιμπήματος από τισμπούρι, δραστηριότητες αυξημένου κινδύνου (στην ύπαιθρο, λόγω επαγγελματικής απασχόλησης ή αναψυχής), πρόσφατο ταξίδι σε ενδημικές περιοχές. Είναι χρήσιμο να διερευνάται η επαφή με ζώα (ιδίως σκύλους) και η ανίχνευση προσκολλημένων σε αυτά τσιμπουριών. Σε περίπτωση ύποπτων περιπτώσεων, συνιστάται ο ενδελεχής έλεγχος του δέρματος του ασθενούς σε όλο το σώμα, προς αναζήτηση και εντοπισμό τυχόν εμφανούς πιθανού σημείου τσιμπήματος τσιμπουριού.
Η αρχική διάγνωση του μεταναστευτικού ερυθήματος είναι συνήθως κλινική. Οι εργαστηριακές εξετάσεις είναι απαραίτητες για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση της λοίμωξης σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα αντισώματα έναντι της Borellia είναι συνήθως ανιχνεύσιμα εντός 4-8 εβδομάδων από τη μόλυνση.
Όλοι οι ασθενείς με συμπτωματική λοίμωξη από Borellia πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή. Η πρώιμη θεραπεία μπορεί να αποτρέψει τον κίνδυνο ανάπτυξης όψιμων επιπλοκών, αλλά ακόμη και ασθενείς με όψιμο στάδιο νόσου Lyme μπορούν να επωφεληθούν από τα αντιβιοτικά, αν και η κλινική ανάρρωση μπορεί να είναι ανεπαρκής εάν είχε προκληθεί σοβαρή ιστική βλάβη πριν τη θεραπεία.
Πηγή: Μηνιαίο Έντυπο «Περί Υγείας»