1. Home
  2. Επικαιρότητα
  3. Xρόνιος πόνος: Ξεπερνά τις διαγνώσεις κατάθλιψης και διαβήτη
Xρόνιος πόνος: Ξεπερνά τις διαγνώσεις κατάθλιψης και διαβήτη

Xρόνιος πόνος: Ξεπερνά τις διαγνώσεις κατάθλιψης και διαβήτη

0

Νέα μελέτη αναφέρει ότι με το πέρασμα του χρόνου καταγράφονται περισσότερα περιστατικά χρόνιου πόνου και μάλιστα, σε μεγαλύτερα ποσοστά από τις νέες διαγνώσεις κατάθλιψης, διαβήτη ή αρτηριακής πίεσης.

Η έρευνα στηρίχθηκε σε στοιχεία από μία ετήσια έρευνα που πραγματοποίησαν τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ. Ενήλικες ερωτήθηκαν για το πόσο συχνά αισθάνθηκαν πόνο τους προηγούμενους 3 μήνες. Ο χρόνιος πόνος καθορίστηκε ως ο πόνος που υπήρχε σε καθημερινή βάση ή στις περισσότερες από αυτές κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος.

Οι ερευνητές συνέκριναν τις απαντήσεις περισσότερων από 10.000 ατόμων το 2019 και το 2020. Για να προσδιορίσουν το ποσοστό των νέων περιπτώσεων που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, χρησιμοποίησαν μια μέτρηση που ονομάζεται «ανθρωποέτη», η οποία αντιπροσωπεύει τον αριθμό των ατόμων στη μελέτη και το ποσό του χρόνου μεταξύ των απαντήσεων της έρευνας των ανθρώπων, αφού δεν απαντούσαν όλοι στα ίδια χρονικά διαστήματα.

Οι ερευνητές εντόπισαν περίπου 52 νέες περιπτώσεις χρόνιου πόνου ανά 1.000 ανθρωποέτη. Αυτό ήταν υψηλότερο από το ποσοστό της υψηλής αρτηριακής πίεσης – 45 νέες περιπτώσεις ανά 1.000 ανθρωποέτη – και πολύ υψηλότερο από τα ποσοστά νέων περιπτώσεων κατάθλιψης και διαβήτη.

Από αυτούς που δεν είχαν πόνο το 2019, το 6,3% ανέφερε νέο χρόνιο πόνο το 2020, σύμφωνα με τη μελέτη.

«Αυτό που διαπιστώνουμε είναι, προς έκπληξη κανενός, ότι έχουμε ένα εκπληκτικό πρόβλημα προϋπάρχοντος χρόνιου πόνου σε αυτή τη χώρα και έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων που εμφανίζουν χρόνιο πόνο καθώς κάθε χρόνο περνάει», είπε ο Δρ Sean Mackey, επικεφαλής της ιατρικής που εξειδικεύεται στον πόνο στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα.

Για τη θεραπεία του χρόνιου πόνου, πολλοί γιατροί ξεκινούν συνταγογραφώντας ήπια παυσίπονα, όπως η ιβουπροφαίνη ή η ακεταμινοφαίνη και μετά πηγαίνουν σε ισχυρότερα φάρμακα όπως τα οπιοειδή, σύμφωνα με τον Gregory Scherrer, του οποίου το εργαστήριο στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας μελετά τους υποκείμενους μηχανισμούς πίσω από τον πόνο.

Ο Scherrer, αν και δεν συμμετείχε στην έρευνα του NIH, ανάφερε ότι «δεν είναι ξεκάθαρο ότι τα οπιοειδή είναι πάντα χρήσιμα». Στήριξε την άποψη του λέγοντας ότι τα οπιοειδή φάρμακα έχουν αρκετές παρενέργειες όπως υπνηλία και καταστολή, ενώ μπορούν να γίνουν εθιστικά.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό JAMA Network Open.


 

Διαβάστε και ψηφιακά την έντυπη έκδοση "ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΑΣ σήμερα"

Κυκλοφορεί σε πάνω από 2.000 σημεία πανελλαδικά