Η ακράτεια δεν κάνει διακρίσεις – μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, αν και είναι ιδιαίτερα συχνή στους ηλικιωμένους. Πρόκειται για μια κατάσταση που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ ό,τι νομίζουμε, επηρεάζοντας όχι μόνο τη σωματική υγεία αλλά και την ποιότητα ζωής.
Πότε μιλάμε για ακράτεια ούρων;
Με τον όρο «ακράτεια ούρων» περιγράφεται η ακούσια απώλεια ούρων – δηλαδή η απώλεια χωρίς τη βούλησή μας – σε βαθμό που προκαλεί προβλήματα είτε υγιεινής (όπως δερματικούς ερεθισμούς) είτε κοινωνικής φύσης, όπως η δυσοσμία ή το βρέξιμο των ρούχων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για πάθηση καθαυτή, αλλά για σύμπτωμα που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, κάποιες από τις οποίες απαιτούν διερεύνηση και θεραπευτική παρέμβαση.
Το μήνυμα των ειδικών για την Παγκόσμια Εβδομάδα Ακράτειας
Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του Τμήματος ΟΝΟΓΟ και Καθηγητής Ουρολογίας – Νευροουρολογίας στο ΑΠΘ, Απόστολος Αποστολίδης:
«Πρόκειται για ένα θέμα που αφορά την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Η ακράτεια δεν είναι ούτε φυσιολογική, ούτε αναπόφευκτη. Είναι σύμπτωμα που έχει λύση, αν ο ασθενής μιλήσει, αν ο γιατρός ακούσει και αν η κοινωνία ενημερωθεί».
Ο ίδιος προσθέτει:
«Ο ουρολόγος μπορεί να διαγνώσει και να αντιμετωπίσει τόσο τις πρωτογενείς όσο και δευτερογενείς μορφές ακράτειας, δηλαδή μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, εξίσου αποτελεσματικά στους άνδρες και στις γυναίκες. Συντονιζόμαστε με τις φωνές σε όλο τον κόσμο και στέλνουμε δυνατά το μήνυμα: Η ακράτεια δεν είναι ντροπή. Είναι απλώς μια κατάσταση που μπορούμε να βελτιώσουμε. Σας καλούμε όλους να ενημερωθείτε και να αναζητήσετε βοήθεια».
Οι καθημερινές επιπτώσεις της ακράτειας
Δεν είναι μόνο η σωματική ταλαιπωρία που προκαλεί η ακράτεια. Συχνά συνοδεύεται από έντονο αίσθημα ντροπής, περιορισμό κοινωνικών δραστηριοτήτων και ακόμα και επαγγελματική απομόνωση. Αυτά τα ψυχολογικά και κοινωνικά εμπόδια προστίθενται σε μια ήδη δύσκολη καθημερινότητα για τους ασθενείς.
Παράλληλα, υπάρχουν και οικονομικές επιπτώσεις – τόσο για το σύστημα υγείας όσο και για τον ίδιο τον πάσχοντα – που σχετίζονται με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της κατάστασης.
Τι λένε οι αριθμοί
Τα δεδομένα είναι ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος: Περίπου 23% των γυναικών παρουσιάζουν κάποια μορφή ακράτειας, με τη συχνότητα να αυξάνεται όσο μεγαλώνουν. Στους άνδρες, το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 8,6%, σύμφωνα με τη μελέτη HOPES.
Ευτυχώς, για την πλειοψηφία των ασθενών – περίπου 9 στους 10 – η αντιμετώπιση είναι δυνατή με συντηρητικά ή φαρμακευτικά μέσα. Μόνο ένα μικρό ποσοστό χρειάζεται χειρουργική παρέμβαση.