Αναμένεται αύξηση των ασθενών με Αλτσχάιμερ στην Ελλάδα
Με τη γήρανση του πληθυσμού η συχνότητα της νόσου Αλτσχάιμερ (με διαφορά της συχνότερης αιτίας άνοιας) αυξάνεται ραγδαία.Ανάγοντας στον ελληνικό πληθυσμό δεδομένα άλλων χωρών, σήμερα στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν 150.000-200.000 ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ, με πρόβλεψη για αριθμό άνω των 500.000 το 2050. Εκτός από την κοινωνική και ανθρωπιστική διάσταση της ασθένειας, το ετήσιο οικονομικό κόστος φροντίδας για τους ασθενείς αυτούς υπερβαίνει τα 40.000 δολάρια στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με ευρήματα της πρώτης μεγάλης κλίμακας επιδημιολογικής μελέτης για την άνοια στην Ελλάδα (Hellenic Longitudinal Investigation of Aging and Diet – HELIAD ), η συχνότητα της νόσου εμφανίζεται χαμηλότερη κατά 4,6% σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ αντίστοιχα της ήπιας νοητικής διαταραχής κατά 11,8%. Παράλληλα, από την ίδια μελέτη προκύπτει ότι η υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής συσχετίζεται με καλύτερες νοητικές επιδόσεις και χαμηλότερα ποσοστά άνοιας στα άτομα τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα.
Ως προς την πρόληψη της άνοιας, σύμφωνα με τη φινλανδική μελέτη FINGER (Finnish Geriatric Intervention Study to Prevent Cognitive Impairment and Disability), η σωματική άσκηση, η σωστή διατροφή, η νοητική ενδυνάμωση και ο έλεγχος των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου (υπέρταση, διαβήτης, αυξημένη χοληστερίνη, κάπνισμα, παχυσαρκία)διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη της νόσου.
«Ο αριθμός των ατόμων με άνοια στη χώρα μας αναμένεται να αυξηθεί, κυρίως λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής του ελληνικού πληθυσμού και ανάλογα θα αυξηθεί η επιβάρυνση της νόσου σε ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Για αυτόν το λόγο, η διεύρυνσή των γνώσεών μας για την πρόληψη της άνοιας είναι εξαιρετικά σημαντική και μελέτες όπως αυτή αποτελούν ορόσημα στην προσπάθειά μας για τη βέλτιστη δυνατή διαχείριση της νόσου» δήλωσε ο κ. καθηγητής Νευρολογίας ΕΚΠΑ, στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Νίκος Σκαρμέας.
Στην Ελλάδα 1 στα 5 άτομα άνω των 70 ετών και 1 στα 3 άνω άνω των 85 ετών θα εμφανίσουν Αλτσχάιμερ. Αυτή τη στιγμή ζουν στη χώρα μας 200.000 ασθενείς. Παρά τις επιπτώσεις που έχει η νόσος στις νοητικές και σωματικές λειτουργίες των ασθενών, η άνοια δεν αναγνωρίζεται ως αναπηρία σε κανένα στάδιο, ενώ τα αρμόδια Υπουργεία βρίσκονται σε διαβούλευση προκειμένου να αποφασιστεί αν οι ανοϊκοί ασθενείς θα πρέπει να θεωρούνται άτομα με αναπηρία.
Όσον αφορά το κόστος της νόσου, όπως τόνισαν, οι ομιλητές η άνοια είναι ακριβή όσο ένας πόλεμος, με το ετήσιο κόστος στις ΗΠΑ να ξεπερνά το κόστος του πολέμου στο Ιράκ, ενώ στην Ελλάδα η ετήσια επιβάρυνση κυμαίνεται μεταξύ 3 και 6 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η συμμετοχή των ασθενών σε κλινικές μελέτες, όταν η νόσος τους βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, είναι απαραίτητη προκειμένου να αναπτυχθούν αποτελεσματικά φάρμακα. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι πάσχοντες συνήθως φθάνουν στο γιατρό πολύ αργά, όταν ούτε τα υπάρχοντα φάρμακα δρουν, ούτε μπορούν να αξιοποιηθούν τα φάρμακα που δοκιμάζονται σε κλινικές μελέτες στο εξωτερικό.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Υγείας, Γεώργιος Γιαννόπουλος, ανακοίνωσε τις ενέργειες του Υπουργείου αναφορικά με τη διαχείριση της νόσου στη χώρα μας, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Άνοια – Νόσο Αλτσχάιμερ. Ειδικότερα, ο κ. Γιαννόπουλος ανακοίνωσε την ίδρυση 8 Κέντρων Ημερήσιας Φροντίδας για άτομα με άνοια σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, 6 Ιατρείων Μνήμης σε Γενικά Νοσοκομεία της χώρας, 5 Μονάδες Φροντίδας για Ασθενείς Τελικού Σταδίου (hospices), καθώς και την υλοποίηση 10 Προγραμμάτων Διασύνδεσης με τους ΟΤΑ
Αναφερόμενη στις πολύπλευρες επιπτώσεις της νόσου στην καθημερινότητα των φροντιστών ανοϊκών ασθενών, η επίτιμη πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών και πρόεδρος του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την άνοια, Νευρολόγος – Ψυχίατρος, Παρασκευή Σακκά παρουσίασε τα αποτελέσματα σχετικής πανελλαδικής έρευνας που πραγματοποίησε η Εταιρεία Alzheimer Aθηνών με σκοπό τη διερεύνηση των αναγκών των φροντιστών ατόμων με άνοια. Όπως διαπιστώθηκε, οι Έλληνες φροντιστές ανοϊκών ασθενών είναι σε ποσοστό 75% γυναίκες, σε ποσοστό 56% μέσης ηλικίας και φροντίζουν τον ασθενή κατά μέσο όρο 40 ώρες την εβδομάδα. Η υποβάθμιση της ψυχικής υγείας των φροντιστών αναδεικνύεται ως η σημαντικότερη πτυχή του αποκαλούμενου «φορτίου των φροντιστών», ενώ η σωστή εκπαίδευση των φροντιστών σε θέματα πρακτικής καθημερινής φροντίδας του ασθενούς αναδεικνύεται ως η κυριότερη ανάγκη τους.