Αυτοάνοσα νοσήματα: Από τη διάγνωση στη θεραπεία
Γράφει ο Ευάγγελος Φραγκούλης
Γενικός Ιατρός, Αναπληρωτής
Αρχίατρος ΕΔΟΕΑΠ
Σε μια αυτοάνοση διαταραχή, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν κάνει διάκριση μεταξύ υγιούς ιστού και δυνητικά επιβλαβών αντιγόνων. Ως αποτέλεσμα, το σώμα ξεκινά μια αντίδραση που καταστρέφει τους φυσιολογικούς ιστούς. Η αυτοανοσία αποτελεί μια σημαντική αιτία κακής υγείας, ιδιαίτερα για τις γυναίκες, και μπορεί μόνο να αντιμετωπιστεί παρά να θεραπευτεί.
Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ένα δίκτυο ιστών, οργάνων και κυττάρων. Ο ρόλος του είναι η άμυνα έναντι επιβλαβών οργανισμών, όπως βακτηριών και ιών και η αποτροπή μόλυνσης και νόσησης. Ένα αυτοάνοσο νόσημα εμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού αρχίζει να επιτίθεται στα δικά του υγιή κύτταρα. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα δυσλειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προκαλέσει μια μεγάλη ποικιλία από χρόνια νοσήματα.
Περισσότερα από 80 νοσήματα θεωρούνται πως προκαλούνται από αυτή την ελαττωματική ανοσία, συμπεριλαμβανομένου του διαβήτη τύπου 1, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της θυρεοειδιτίδας Hashimoto, της πολλαπλής σκλήρυνσης, της ψωρίασης και του λύκου. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο υποφέρουν από τα νοσήματα αυτά, με τις περισσότερες να είναι γυναίκες.
Αιτιολογία
Η ακριβής αιτία των αυτοάνοσων νοσημάτων δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά θεωρείται ότι η έκθεση σε κάποιο φάρμακο ή λοιμογόνο παράγοντα (όπως ιούς ή βακτήρια) ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα να επιτεθεί σε υγιείς ιστούς. Τον υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν μια αυτοάνοσο ασθένεια παρουσιάζουν άνθρωποι που έχουν οικογενειακό ιστορικό της πάθησης, γεγονός που υποδηλώνει την πιθανότητα μιας γενετικής σύνδεσης που αυξάνει τον ατομικό κίνδυνο ανάπτυξης αυτοάνοσων αντιδράσεων.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα των αυτοάνοσων νοσημάτων εξαρτώνται από τους ιστούς ή τα όργανα στα οποία επιτίθεται το ανοσοποιητικό σύστημα. Ιστοί ή όργανα που επηρεάζονται συχνά από αυτές τις ασθένειες περιλαμβάνουν τις αρθρώσεις, τους μύες, το συνδετικό ιστό, τα νεύρα, τα αγγεία, το δέρμα, το πάγκρεας και τον θυρεοειδή. Πολλά από τα αυτοάνοσα νοσήματα προκαλούν ερυθρότητα, πρήξιμο, ζέστη και πόνο, τα οποία είναι τα σημεία και τα συμπτώματα της φλεγμονής.
Πρώιμα συμπτώματα πολλών αυτοάνοσων νοσημάτων περιλαμβάνουν αίσθημα κούρασης, ασθένειας ή αδυναμίας. Αυτά τα συμπτώματα είναι γενικά και μπορεί να συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν αναζητηθεί ιατρική βοήθεια. Τα περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα προκαλούν τελικά συμπτώματα που σχετίζονται με τους ιστούς που έχουν υποστεί βλάβη από το ανοσοποιητικό σύστημα. Παραδείγματα είναι ο πόνος στις αρθρώσεις και οίδημα στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, μυϊκοί σπασμοί και αδυναμία στη σκλήρυνση κατά πλάκας, κοιλιακός πόνος και διάρροια στη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και δερματικές πλάκες με λέπια στην ψωρίαση.
Διάγνωση
Η διάγνωση αυτοάνοσων καταστάσεων μπορεί να είναι μια πρόκληση για τους γιατρούς. Συνήθως δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο τεστ για να δείξει εάν έχετε μια συγκεκριμένη αυτοάνοση νόσο. Και τα συμπτώματα συχνά είναι μη ειδικά και μπορεί να προκαλούν σύγχυση.
Ανάλογα με τη νόσο, η διάγνωση γίνεται με συνδυασμό πληροφοριών από το ιατρικό ιστορικό και τη φυσική εξέταση και από εξετάσεις αίματος. Οι εξετάσεις αίματος που αξιολογούν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος περιλαμβάνουν την γενική αίματος, την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, τα αντιπυρηνικά αντισώματα, αυτοαντισώματα και την Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών. Άλλες εξετάσεις ειδικές για τα συμπτώματα ενός ατόμου μπορούν να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες για τη διάγνωση.
Θεραπεία
Στόχο θεραπείας αποτελεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων, όποτε είναι δυνατό, με τον έλεγχο της αυτοάνοσης αντίδρασης που προκάλεσε τη διαταραχή. Σε πολλά αυτοάνοσα νοσήματα, τα συμπτώματα μπορεί να εμφανίσουν ύφεση με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Οι θεραπείες στοχεύουν επίσης στην αποφυγή αναζωπύρωσης των συμπτωμάτων. Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αυτοάνοσων διαταραχών περιλαμβάνουν τα κορτικοστεροειδή και μη κορτικοειδή φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα, όπως η μεθοτρεξάτη, η αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, το σιρόλιμους, κλπ Βιολογικοί παράγοντες έχουν προστεθεί στη φαρέτρα μας κατά των αυτοάνοσων νοσημάτων. Αποτελούν στοχευμένες θεραπείες έναντι κυτταροκινών που συμμετέχουν στις φλεγμονώδεις διεργασίες, όπως οι αναστολείς του TNF και οι αναστολείς της ιντερλευκίνης. Αποδεικνύονται αποτελεσματικά στη διακοπή της φλεγμονής και της βλάβης που αυτή προκαλεί σε ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Η χρήση όλων των φαρμάκων δυνατόν να συνοδεύεται από παρενέργειες, όπως και με αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης.
Για πολλούς ασθενείς, τα συμπτώματα και η θεραπεία των αυτοάνοσων νοσημάτων αλλάζουν τη ζωή. Αποτελούν χρόνιες παθήσεις που δυνατόν να επιβαρύνουν σημαντικά τους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Δεν γνωρίζουμε πως μπορούμε να προλάβουμε την εκδήλωσή τους, ούτε είναι κατανοητό πώς εξελίσσονται. Η έρευνα δυνατόν να αποκαλύψει στο μέλλον πώς η γενετική προδιάθεση και η έκθεση σε μια μόλυνση ή περιβαλλοντική τοξίνη δυνατόν να συνεργαστούν για να ενεργοποιήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα να επιτεθεί εσφαλμένα σε υγιείς ιστούς και όργανα.