Μια διαχρονική απορία αφορά στο εάν οι γυναίκες χρειάζονται περισσότερο ύπνο από τους άνδρες. Η επιστήμη φαίνεται να απαντά «ναι» – αλλά όχι τόσο απλά.
Αρκετοί πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν ανάγκη από 1-2 ώρες περισσότερου ύπνου. Ωστόσο, η αλήθεια πίσω από την ατομική ανάγκη για ξεκούραση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες – βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς.
Η διάρκεια και η ποιότητα του ύπνου μετριούνται είτε υποκειμενικά (μέσω αυτοαναφορών) είτε με αντικειμενικά μέσα, όπως φορητές συσκευές και πολυσωματογραφία.
Σε μία παγκόσμια μελέτη με σχεδόν 70.000 συμμετέχοντες, γυναίκες όλων των ηλικιών κοιμούνταν σταθερά περίπου 20-25 λεπτά περισσότερο από τους άνδρες. Παρόμοια ευρήματα ανέδειξε και άλλη μεγάλη μελέτη, με τις γυναίκες να περνούν περισσότερη ώρα σε βαθύ ύπνο. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι μόνο στους άνδρες η ποιότητα ύπνου μειωνόταν με την ηλικία.

Παρότι κοιμούνται ελαφρώς περισσότερο, οι γυναίκες αναφέρουν συστηματικά χειρότερη ποιότητα ύπνου και εμφανίζουν περίπου 40% περισσότερες πιθανότητες διάγνωσης με αϋπνία. Αυτή η δυσαρμονία μεταξύ ερευνητικών δεδομένων και καθημερινής εμπειρίας αποτελεί αίνιγμα για την επιστήμη του ύπνου.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, πολλές μελέτες δεν λαμβάνουν υπόψη παράγοντες όπως ψυχική υγεία, φαρμακευτική αγωγή, αλκοόλ ή ορμονικές μεταβολές – στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά τον ύπνο στην πραγματική ζωή.
Ορμόνες και ύπνος:
Οι διαταραχές ξεκινούν από την εφηβεία και εντείνονται στην εγκυμοσύνη, την περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση. Τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων σχετίζονται με αυξημένες αφυπνίσεις μέσα στη νύχτα – κυρίως γύρω στις 3 τα ξημερώματα – και δυσκολία επανεισόδου στον ύπνο.
Επιπλέον, παθήσεις όπως οι διαταραχές του θυρεοειδούς ή η έλλειψη σιδήρου (που είναι πιο συχνές στις γυναίκες) επηρεάζουν τη συνολική αίσθηση ξεκούρασης.
Ψυχολογία και κοινωνικά βάρη:
Γυναίκες είναι πιο ευάλωτες σε κατάθλιψη, άγχος και τραύμα, που συχνά εκδηλώνονται με αϋπνία και χρόνια κόπωση. Ακόμη, τους χορηγούνται πιο συχνά αντικαταθλιπτικά, τα οποία επηρεάζουν τον ύπνο.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η συναισθηματική επιβάρυνση και οι περιορισμένες ευκαιρίες για ξεκούραση στη διάρκεια της ημέρας, συμβάλλουν στην κόπωση. Ειδικά για τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ή περιεμμηνοπαυσιακή ηλικία, το βάρος αυτό είναι συχνά αθροιστικό και εξουθενωτικό.
Ακόμη κι όταν κοιμούνται επαρκώς, πολλές γυναίκες ξυπνούν χωρίς αίσθηση αναζωογόνησης.
Τελικό συμπέρασμα:
Αν και φαίνεται ότι οι γυναίκες κοιμούνται λίγο περισσότερο, αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερες προκλήσεις ώστε να βιώσουν ποιοτικό ύπνο στην καθημερινότητα. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν χρειάζονται περισσότερο ύπνο, αλλά αν έχουν την απαραίτητη υποστήριξη για να ανακάμψουν πραγματικά – σωματικά και ψυχικά – μέσα στη μέρα και τη νύχτα.