1. Home
  2. Το
  3. πρωτοσέλιδο
  4. Νέος βιοδείκτης ανιχνεύει έγκαιρα τη νεφρική βλάβη από ουράνιο στο πόσιμο νερό
Νέος βιοδείκτης ανιχνεύει έγκαιρα τη νεφρική βλάβη από ουράνιο στο πόσιμο νερό

Νέος βιοδείκτης ανιχνεύει έγκαιρα τη νεφρική βλάβη από ουράνιο στο πόσιμο νερό

0

Μια σημαντική σύνδεση ανάμεσα στο πόσιμο νερό και την υγεία των νεφρών φέρνουν στο φως οι ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας Mailman του Πανεπιστημίου Columbia. Αντικείμενο της έρευνάς τους, η επίδραση του ουρανίου – ενός στοιχείου με γνωστή χημική τοξικότητα – στον ανθρώπινο οργανισμό.


Παρότι το ουράνιο είναι ευρύτερα γνωστό για τις ραδιενεργές του ιδιότητες, η χημική του δράση θεωρείται εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνη σε περιβαλλοντικά επίπεδα. Οι επιστήμονες εστιάζουν στην ικανότητα του ουρανίου να συσσωρεύεται στους νεφρούς και να επιβαρύνει σοβαρά τη λειτουργία τους.

Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, ακόμη και όταν οι συγκεντρώσεις του ουρανίου στο νερό είναι χαμηλές, δεν αποκλείεται η σταδιακή του αποθήκευση στον οργανισμό, ειδικά στους νεφρούς. Η ισοτοπική σύνθεση του στοιχείου μπορεί να αποτελέσει έναν νέο, μη επεμβατικό βιοδείκτη, ο οποίος εντοπίζει την πιθανή βλάβη προτού αυτή εξελιχθεί.

Όπως εξηγεί ο ανώτερος συγγραφέας της μελέτης Anirban Basu, γεωχημικός και ερευνητής στο Columbia Mailman: «Το ουράνιο που εισέρχεται στον οργανισμό μέσω του πόσιμου νερού, φιλτράρεται από τους νεφρούς. Μέρος του όμως παραμένει στα ευαίσθητα όργανα και μπορεί να προκαλέσει βλάβη με την πάροδο του χρόνου».

Επιπλέον, ο Basu σημειώνει: «Η μελέτη μας υποδηλώνει ότι τα ισότοπα ουρανίου στα ούρα μπορεί να αποτελέσουν έναν ευαίσθητο, μη επεμβατικό βιοδείκτη για την ανίχνευση της συσσώρευσης στα νεφρά και του κινδύνου βλάβης».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου τα δύο τρίτα των δημόσιων δικτύων ύδρευσης που εξυπηρετούν σχεδόν 320 εκατομμύρια κατοίκους παρουσιάζουν ανιχνεύσιμες ποσότητες ουρανίου. Από αυτά, το 2% ξεπερνά το όριο ασφαλείας των 30 μικρογραμμαρίων ανά λίτρο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα ιδιωτικά πηγάδια – που καλύπτουν το 15% του πληθυσμού – ανέρχεται σε 4%.

Η έκθεση σε ακόμη και χαμηλές ποσότητες ουρανίου συνδέεται με επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Περίπου το 80% της προσλαμβανόμενης ποσότητας αποβάλλεται με τα ούρα εντός λίγων ημερών. Το υπόλοιπο όμως παραμένει, ιδιαίτερα στο εξωτερικό στρώμα των νεφρών, όπου προσκολλάται στα κύτταρα και εμποδίζει βασικές λειτουργίες.

Η Catherine Lucey, πρώτη συγγραφέας της μελέτης και διδακτορική φοιτήτρια στο Columbia, τονίζει: «Τα τρέχοντα εργαλεία μέτρησης του ουρανίου στο σώμα δεν μας λένε πόσο συσσωρεύεται συγκεκριμένα στους νεφρούς, κάτι που αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην κατανόηση και την πρόληψη της μακροχρόνιας νεφρικής βλάβης από την έκθεση στο ουράνιο».

Σε σχετικές δοκιμές με πειραματόζωα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η ισοτοπική «υπογραφή» του ουρανίου μεταβάλλεται έπειτα από λίγες ημέρες έκθεσης σε μολυσμένο νερό, καθιστώντας δυνατή την ανίχνευσή του στα όργανα και τα ούρα.

Η Lucey καταλήγει: «Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν την ανάπτυξη νέων μοντέλων για την πρόβλεψη του τρόπου με τον οποίο το ουράνιο μεταφέρεται στο σώμα – από την κατάποση έως τη συσσώρευση και την απέκκριση. Αυτή η εργασία θέτει τα θεμέλια για βιοδείκτες ακριβείας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έγκαιρη παρέμβαση, πριν προκληθεί μη αναστρέψιμη βλάβη στα νεφρά».

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Science & Technology.

 

Διαβάστε και ψηφιακά την έντυπη έκδοση "ΠΕΡΙ ΥΓΕΙΑΣ σήμερα"

Κυκλοφορεί σε πάνω από 2.000 σημεία πανελλαδικά